TO EKKΩΦΑΝΤΙΚΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

Τι μπορεί να πάθει μια φιλόπονη μαύρη γάτα, όταν έχοντας ξενυχτήσει στον υπολογιστή, παλεύοντας με τ΄αρχεία της, θελήσει να χουζουρέψει το πρωινό για ν΄ανανεώσει τα κουρασμένα κυνηγητικά της κύτταρα; Απλωμένη λοιπόν στ΄άνιμαλ πριντ σεντόνια κατά τρόπο επιδέξιο, ώστε να μη με κλωτσήσει η Πουκ, η άξεστη κυρά μου, και το λέω αυτό διότι καθώς μέχρι πρότινος είχε εμπειρία μόνον από σκυλί, δεν εννοεί να συμμορφωθεί με τους ανεξάρτητους ρυθμούς της βελούδινης ύπαρξής μου, απολάμβανα τον τρίτο ύπνο μου κατά το ξημέρωμα, όταν, ω, τα όνειρά μου άρχισαν να παίρνουν ταραγμένη μορφή και συγκεχυμένες υποσυνείδητες ιδέες έκαναν τα μουστάκια μου να τρεμοπαίζουν. Μέσα στο βύθος μου νόμιζα πως εργαζόμουν ακόμη στον υπολογιστή και πως το ροδάκι του ποντικιού έκανε έναν εκκωφαντικό θόρυβο, που πρόσβαλε δραματικά τους υπερευαίσθητους ακουστικούς μου πόρους... μα ποιό ποντίκι, αυτό ήταν ένα ανάλγητο τρυπάνι, ακατάπαυστα χτυπούσε και τρύπαγε τους τοίχους και τ΄αφτιά μου, ένας ωστικός εφιάλτης από το απέναντι οχταώροφο τέρας, που χτίζεται εδώ και τρία χρόνια για να εμποδίσει τη θέα και τον αέρα απ΄το Λυκαβηττό. Ας ήταν τουλάχιστον εξαώροφο όπως όλα τα διπλανά.
Ωστόσο βυθίστηκα πάλι στον ύπνο και πρέπει για λίγα μάλλον λεπτά να ονειρεύτηκα κάτι παράξενο, ότι βρέθηκα λέει σ΄έναν ειδυλλιακό παραλίμνιο τόπο στο νορβηγικό βορρά και έλαβα μέρος σ΄έναν διάλογο με μια βαρώνη του προπερασμένου αιώνα, κι όσα διαμείφθηκαν είχαν περίπου ως εξής...