ΕΞΟΧΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΙΙΙ

Ο ΓΗΤΕΥΤΗΣ (α)

- Ελάτε Μαρκησία μου, αφήστε το καλάθι σας και καθήστε στη σκιά, ορίστε, στην αγριομουσμουλιά έχει αρκετή δροσιά, να συνέλθετε από τις αναπάντεχες εντυπώσεις. Ξέρετε, αγαπητοί μου φίλοι, είχαμε απρόοπτες συναντήσεις στο βουνό και η Μαρκησία μας ταράχθηκε λίγο ... πάω να φέρω λίγο νερό από την πηγή... Σολφινό, μού δίνετε το φλασκί, σας παρακαλώ;
- Μα τί συνέβη, Μαρκησία ντε Πουκμοντόν, είστε κάπως χλωμή, και το φόρεμά σας ... α, έχει σχιστεί...
- Ω, τίποτα, Σεσίλ, θα σας τα διηγηθώ όλα, είχαμε μια εμπειρία ασυνήθιστη...
- Ορίστε, Μαρκησία μου, το νερό, είναι κρυστάλλινο, ό, τι πρέπει για να δροσιστούν οι αισθήσεις.
- Ευχαριστώ, Ριγκόλ, είστε ένας ιππότης!
- Τιμή μου, πόσο μάλλον που είναι απολύτως αδύνατον να αρνηθεί κανείς τις υπηρεσίες του σε σας!
- Αλλά θα θέλαμε να μάθουμε τί συνέβη!
- Φυσικά, χερ Σολφινό, αν υποσχεθεί η μαντμαζέλ Σεσίλ, ότι θα κρατήσει την ψυχραιμία της!
- Α, μείνετε ήσυχη, δεν θα ταραχθώ, έχετε ήδη εξάψει την περιέργειά μου τόσο, ώστε ό, τι και ν΄ακούσω δεν θά΄ναι τρομερότερο από το να μας αφήσετε με την απορία!
- Είχαμε προχωρήσει βαθιά μέσα στο δάσος και παρά τις επιφυλάξεις του κυρίου ντε Ριγκόλ, ότι θα μπορούσε ν΄αποβεί επικίνδυνο, αγνόησα τις προειδοποιήσεις του επιμένοντας να γεμίσω το καλάθι μου με τα καλύτερα μανιτάρια και τα πιο αρωματικά και ποικιλόχρωμα βατόμουρα. Παραβλέποντας λοιπόν το ότι το φόρεμά μου κουρελιαζόταν από την δύσβατη αγριοβλάστηση, είχα εγκαταλείψει πια το μονοπάτι, ενώ ο κύριος ντε Ριγκόλ ακολουθούσε προσεκτικά. Ερευνώντας τις ρίζες των δένδρων για μήκυτες, άκουγα καταγοητευμένη το κελάηδημα αόρατων ωδικών πτηνών και μεθούσα από το άρωμα του άγριου μαύρου πεύκου, κι ήταν σαν να είχα εισέλθει σ΄έναν μυθικό κόσμο... όταν, όταν ένας πυκνός θάμνος λίγα μέτρα μακρύτερα θρόισε και, ω, ένα τριχωτό τέρας εμφανίστηκε μυρίζοντας τον αέρα και στυλώνοντας τα στρογγυλά μαύρα του μάτια επάνω μου! Έβγαλα τότε μια κραυγή, ωστόσο έμεινα ακίνητη, όπως ακίνητη στεκόταν απέναντί μου και η αρκούδα, διότι περί μιας μεγάλης καφέ αρκούδας επρόκειτο. Με τον ήχο κλαδιών που έσπαζαν, έφτασε δίπλα μου ο κύριος ντε Ριγκόλ, με κάλυψε με το σώμα του και πρότεινε το πιστόλι του με στόχο το ζώο, μα η αρκούδα ανασηκώθηκε στα δυό της πίσω πόδια, κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της και ρουθούνησε δυνατά. Η θέση μας καταλαβαίνετε ήταν βέβαια δεινή, παρά ταύτα το θέαμα είχε κάτι γοητευτικό που με κρατούσε καθηλωμένη. Ένιωθα σαν να έβλεπα όνειρο, σαν μια υπνοβάτις. Πιο πρακτικός ο κύριος ντε Ριγκόλ ήταν έτοιμος να πυροβολήσει, συνειδητοποιούσα ωστόσο πως τα πράγματα θα χειροτέρευαν αν δεν σκότωνε το θηρίο ακαριαία με τη μοναδική του σφαίρα, ήδη το ζώο είχε εξαγριωθεί αρκετά από την εισβολή μας στην περιοχή του, και τότε συνέβη κάτι εκπληκτικό...
- Μαρκησία μου, εμείς καθόμασταν εδώ ήσυχα ήσυχα κουβεντιάζοντας, ενόσω εσείς διατρέχατε έναν τέτοιο κίνδυνο!
- Αχ, μην διακόπτετε, καλέ μου χερ Σολφινό, ανυπομονώ για την συνέχεια! Εφόσον είναι εδώ μαζί μας σώοι και αβλαβείς, δεν χρειάζεται πια ανησυχία! Μόνο που εγώ δεν θ΄αποτολμήσω να πάω βαθιά μέσα στο δάσος, αφού έχει επικίνδυνα θηρία!
- Χερ Σολφινό, μού δίνετε λίγο ταμπάκο; Ευχαριστώ πολύ. Μμμ, έχει ιδιαίτερα λεπτό και πικάντικο άρωμα! Το φέρατε μαζί σας απ΄το Νέο Κόσμο;
- Όχι αγαπητή μου, μού δώρισε μερικές λίβρες ένας φίλος Κόμης που με φιλοξένησε κατά το πρόσφατο ταξίδι μου στο Λεβάντε... αλλά, παρακαλώ, συνεχίστε!
- Εκείνη την δραματική στιγμή, όπου φαινόταν πως ο χρόνος είχε παγώσει σαν το αίμα στην καρδιά μας, ακούστηκε ένα κοφτό, οξύ σφύριγμα. Η αρκούδα αφουγκράστηκε ένα δευτερόλεπτο το μυστηριώδες κάλεσμα, μούγκρισε υπόκωφα και υποχώρησε μέσα στα πυκνά φυλλώματα. Ο κύριος ντε Ριγκόλ μού έπιασε σιωπηλά το χέρι για να με οδηγήσει πίσω στο μονοπάτι, μα πριν προλάβουμε να κάνουμε δέκα βήματα, σταθήκαμε πάλι σαστισμένοι. Μπροστά μας βρισκόταν προφανώς ο αόρατος σφυριχτής και σωτήρας μας. Αλλά τί αλλόκοτη παρουσία! Ένας άνδρας κοντός με ηλιοκαμμένο δέρμα και άσπρη κόμη και γενειάδα τόσο μακριά που κάλυπτε σχεδόν το επίσης δασύ του στήθος. Ήταν , με συγχωρείτε, ολόγυμνος, δίχως ένα ρούχο, ούτ΄ένα κόσμημα. Το μόνο αντικείμενο που κρατούσε ήταν ένα μικρό δίχτυ από κλιματσίδες. Αντικρύζοντάς τον τρόμαξα πιο πολύ κι από την θέα της αρκούδας, αλλά πάλι έμεινα ακίνητη, παρά την πρωτόγονη απρέπεια της εμφάνισής του και δεν άργησα να καταλάβω τον λόγο. Τα μάτια του ήταν βαθυγάλανα και σπιθοβολούσαν με μια μαγνητική δύναμη.

4 σχόλια:

adaeus είπε...

Το ρούφηξα με ενδιαφέρον... Επεται συνέχεια?

icarus είπε...

καλησπέρα!
κι εγώ την ίδια απορία έχω.
καλό πάντως.
;-)

Emilly είπε...

Μικρό τίμημα πλήρωσε φαίνεται η Μαρκησία για τέτοια γητειά… Ένα σκισμένο φουστάνι… Αλλά – θα μου πεις – και το φόβο; που τον πάς;
;)

Κοκό είπε...

O sxoliasmos mias eikonas egine mythistorima! Na pw tin alitheia kai egw eimai periergi gia tin synexeia!