ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΔΙΠΛΟ ΣΚΕΤΟ!

Κάτι γίνεται μάστορα... εντάξει, βίδωσα και λάδωσα κι έκανα τα πρέποντα στο κόκκινο ποδηλατάκι, να ΄ναι έτοιμο για αύριο. Κι αφού έχω τελειώσει με κάτι βαρετά που μου κλείσανε όλο το απόγευμα, είπα να φιλοτεχνήσω μια ανάρτηση, να μη δώσω σημασία στο κεφάλι μου, που λέει τα δικά του, και για περισσότερη έμπνευση άνοιξα το ράδιο...ζαλάδα εδώ, ζαλάδα εκεί, άφησα κάπου τη βελόνα και μετά από λίγη ώρα συνειδητοποίησα πού! Σε καφροσκυλολαϊκά άσματα, θρήνοι, βαριά, ασηκώτου... αυτά θέλει ο εγκέφαλός μου τώρα!
Με το χτύπημα άλλαξε η συχνότητα! Όχι πια ποιοτικά! Όχι κουλτούρα και διανόηση! Βαριά και καψούρικα, απ΄αυτά που πρέπει νά ΄χεις πιει ένα μπουκάλι ουίσκι, για να τ΄ακούσεις. Δηλαδή, έκανα κεφάλι πια και ακούω μόνο βαριά λαϊκά!
Για του λόγου το αληθές, τί ακούω τώρα; Είσαι εφιάλτης που με κυριεύει, σ΄αγαπώ κι ας είσαι μαύρη συμφορά... Και πιο πριν; Πάλι με άφησες απέξω, μέσα στο αυτοκίνητο κοιμήθηκα... Αμ, το άλλο; Έχω έναν άσσο στο μανίκι, μωρό μου, εγώ είμ΄απ΄τη Θεσσαλονίκη! Πάει, σας λέω άλλαξε η συχνότητα!
Η αλήθεια η μαύρη είναι, ότι αυτό με τα σκυλοτράγουδα έχει ένα μικρό παρελθόν. Όταν είχα πάει στο νησί, ειδικά στην αρχή, δεν υπήρχε μουσική, έξω από κάτι αμανέδες τούρκικους, που έπιανα στο ραδιοφωνάκι, άντε και κανένας φίλος με λαπτόπ, κι όταν βγαίναμε, τα πίναμε με πέντε σκυλάδικα, τα ίδια και τα ίδια μέχρι το ξημέρωμα. Στην πρώτη μου επίσκεψη στην Αθήνα, είχα αφήσει ασυναίσθητα το ράδιο σε κάτι τέτοια επιπέδου, έρχεται η αδελφή μου, η οποία, είπαμε, είναι της Λυρικής, και βγάζει μια τσιρίδα, Κοκοοοοοό, τί ακοοούς; Όχι πως ενέκρινε ό τι άκουγα μέχρι τότε, ροκ και ηλεκτρονική και κάτι άλλα ψαγμένα, κι από λαϊκά επιλεγμένους αοιδούς, αλλά με τα καψοτράγουδα το ακουστικό της τύμπανο ξεχείλισε... και της λέω, αυτά ακούω τώρα!
Θυμάμαι που τσακωνόμουν άσχημα μ΄έναν συμμαθητή μου στο Λύκειο, γιατί εκείνος άκουγε Καρρά κι εγώ Τρύπες. Εγώ του έλεγα, τι ΄ν΄ αυτός ο αναστενάρης, που ακούς, κι εκείνος έλεγε στους άλλους, μα δεν είναι δυνατόν, τι θα πει, η αγάπη είναι ένας σκύλος απ΄την κόλαση, αηδίες, αποτρόπαια πράγματα! Πάω στοίχημα, ότι από τότε που είχαν πρωτοεμφανιστεί οι Τρύπες, μέχρι τώρα, ο τύπος θα έχει γίνει ροκάς κι εγώ πια σκυλοφέρνω, ακούω βαρύγδουπα λαϊκά, ποιοτικά και μη!
Από ποδήλατο, νταλίκα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη νυχτερινό, και στο παρμπρίζ χαϊμαλιά και κουρτινάκια! Η πόλη νύσταξε, και ονειρεύεται, ως το πρωί θα πούμε ό τι δε λέγεται, άδειοι οι δρόμοι και έν΄αστέρι, ότι ζητήσεις θα σου το φέρει...
Δεν είμαι καλά, μάστορα!

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΙ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΡΟΜΠΕΡ

Αν προσπαθήσω να μεταφράσω την σωματική μου κατάσταση αυτή τη στιγμή με πολιτικούς όρους, θα έλεγα ότι πάσχει η αριστερά σε πολλά κρίσιμα σημεία, το κέντρο υπολειτουργεί υπνοβατώντας και η δεξιά αδυνατεί να τα βγάλει πέρα μόνη της. Ο φτωχός λαός συνεχίζει το ποδήλατο χωρίς ουσιαστική επικοινωνία με τα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Είμαι ένα μαστουρωμένο ζόμπι. Πάνω στο ποδήλατο νιώθω καλά. Μάλλον διότι εν κινήσει χαλαρά αιματώνεται το ξερό κεφάλι. Καθισμένη νιώθω σαν να φοράω μια κατσαρόλα, απ΄αυτές τις παλιές βαριές χύτρες ταχύτητος. Είναι φανερό, δεν έπρεπε να καθήσω, ιδού, ότι μου βγήκε σε κακό! Με χαλάει να κάθομαι! Η Sulpice μου χάρισε τον μικρό Ρομπέρ, ευελπιστώντας, όπως και γω, ότι θα μάθω γαλλικά. Την ευχαρίστησα λέγοντάς της, ότι είμαι σαν να μου έπεσε στο κεφάλι ο μεγάλος Ρομπέρ μαζί με τον Λαρούς. Τον μεγάλο. Μου θύμισε, ότι στο τηλέφωνο της είχα πει, πέφτω. Όλα έγιναν σε αργή θεαματική κίνηση. Cut!
Κινούμαι αργά σαν τον Άρμστρονγκ στο φεγγάρι και σέρνω ένα βλέμμα, που οι ρομαντικοί θα χαρακτήριζαν ονειροπόλο κι οι ρεαλιστές χαμένο. Στα Εξάρχεια με κοιτούσαν κάποιοι με νόημα. Σου λέει, νάτα, ποιος ξέρει τι πίνει κι αυτή... Είμαι ένα συννεφάκι.

ΜΑΓΙΟΝΕΖΑ

Το μέλλον είναι αβέβαιο και ο βίος βραχύς, όμως για ένα πράγμα βεβαιώθηκα πια, ότι κάποια στιγμή θα σκοτωθώ με γελοίο τρόπο. Είχα ακούσει έναν μύθο, ότι τάχα ο Αισχύλος σκοτώθηκε σε μεγάλη ηλικία, όταν εκεί που καθόταν και χάιδευε τα γένια του, έπεσε στο καραφλό του κεφάλι μια χελώνα από πολύ ψηλά, την οποία κουβαλούσε ένας αετός, και ο μέγας τραγωδός έμεινε στον τόπο. Τελικά δεν είναι απίθανο. Γιατί εγώ ίσως σήμερα να σκοτωνόμουν καθιστή, στα καλά καθούμενα που λένε. Κι ούτε καν με χελώνα και αετό, που όσο να΄ναι δίνει μια αίγλη μυστηρίου στην υπόθεση.
Το πρωί ήμουν σε καλά κέφια, χαλαρή και άνετη. Από το μεσημέρι και έπειτα νιώθω χτυπημένη σαν μαγιονέζα. Πώς έγινε αυτό;
Πράξη πρώτη: πουρνό πουρνό στην ήσυχη σχεδόν έρημη πλατεία της Νέας Σμύρνης, έχω φτάσει χωρίς κόπο και άγχος, και κόβω σιγά σιγά μέσα από την πλατεία. Φτάνω στα έβερεστ, σκεπτόμενη να σταματήσω για καφέ ή σκέτο νερό, τελοσπάντων σταματάω μπροστά στο μαγαζί, όπως μερικές άλλες φορές. Δηλαδή δεν σταμάτησα. Με την ελάχιστη δυνατή ταχύτητα, πατάω λίγο τα φρένα και ωπ, κάνω διπλό λουπ, πέφτω, χτυπάω αριστερό ώμο, γόνατο, αστράγαλο και δίνω και το κεφάλι μου πάνω στη μηχανή του παγωτού γκλοόν!, αλλά δεν είχε γάλα μέσα, αλλιώς θα ΄βγαινε το παγωτό αμέσως. Φορούσα βέβαια το κράνος και σηκώθηκα αμέσως, με πιάσανε και νευρικά γέλια. Εντωμεταξύ πετάχτηκε ο κόσμος, οι κοπέλες, κι ένας όρθιος που διάβαζε εφημερίδα δίπλα μου στο σκαλί με κοίταζε με τα γυαλάκια της πρεσβυωπίας επιτιμητικός και αμίλητος. Του λέω, εξτριμ σπορ, πρωί πρωί, ε; Τίποτα εκείνος, μούγγα. Πάω μέσα, τελικά χρειαζόταν ένας καφές. Τώρα, γιατί έπεσα; Το είδα μετά, αφήστε τα ρούχα μου. Διότι είχαν ρίξει νερά πάνω σε λάδια, μάλλον από τα φορτηγά της τροφοδοσίας, και τα πλακάκια είχαν γίνει παγοδρόμιο. Εδώ ταιριάζει το ρητό ενός παλαίμαχου ποδηλάτη αθλητή, κανείς ποδηλάτης δεν βγήκε ποτέ κερδισμένος πατώντας το φρένο!
(Τώρα διαβάζω το παραπάνω κι έχω ξεραθεί στα γέλια)
Πράξη δεύτερη και δραματικότερη: Μετά από μια εξουθενωτική ημέρα και τον ήλιο που με χτύπησε κατά διαστήματα κατακούτελα, βγήκα να λύσω το ποδήλατο και να φύγω σιγά σιγά. Λύνω το ποδήλατο κι επειδή ζεσταινόμουν κάθησα στη σκιά, πάνω στο σιδερένιο πι, που το είχα δέσει, αυτό ήταν χαμηλό, κάπου μισό μέτρο και κάτι. Πιάνω και το τηλέφωνο, με πήρε η Sulpice να ρυθμίσουμε υποθέσεις... Μες την καλή χαρά εγώ, ανάβω και τσιγάρο...τι έγινε μετά δεν ξέρω...είχα και τα δύο πόδια κάτω, ήταν πολύ χαμηλά, το είπαμε, πώς κάνω έτσι και σηκώνω το ένα πόδι απ΄το έδαφος, κάπως πως, χάνω την ισορροπία, πάω προς τα πίσω, κρατιέμαι ένα δευτερόλεπτο από τη μπάρα, λικνίζομαι με χάρη και σκάω κάτω πίσω, πλάτη και κεφάλι πάνω στο τσιμέντο...
Απόλυτη ησυχία...
Πιάνω με το ένα χέρι το τηλέφωνο, με το άλλο το κεφάλι μου, της λέω, κλείσε, χτύπησα. Κάθομαι λίγο κάτω, σηκώνομαι, έρχονται δυο κοπέλες από κει δίπλα που κάθονταν, δεν μπορούσαν να καταλάβουν, πώς έπεσα. Ευτυχώς δεν ζαλίστηκα, αλλά ήταν καλό τράνταγμα. Η αριστερή ωμοπλάτη πονούσε περισσότερο και γδάρθηκε κιόλας και κόλλησε η μπλούζα πάνω. Το κακό ήταν, ότι δεν είχα φορέσει ακόμη το κράνος...
Περνάει και μια συνάδελφος απ΄τη δουλειά που φεύγει αργά, με βλέπει, την κοιτάω σαν χαζή, μου λέει τι έχεις, της εξηγώ, να πάω σπίτι της, να κάτσω εκεί, να της αφήσω το ποδήλατο, να πάρω ταξί, να πάω στο νοσοκομείο...τίποτα, καλά ήμουν, έμεινα κανένα δεκάλεπτο συνήλθα και έφυγα, ενώ το καρούμπαλο μεγάλωνε... η συννεφιά και λίγος δροσερός αέρας μου έκαναν καλό.
Πράξη τρίτη: Το βράδυ βγήκα και πέρασα πολύ ωραία. Γυρίζοντας από την Χαριλάου Τρικούπη, ξαφνικά λίγο μετά το Χημείο, αντιλαμβάνομαι μια οξεία επίθεση στα ρουθούνια μου και κατόπιν λαιμό και μάτια, που άρχισαν να κλαίνε για τα χάλια της Αθήνας. Γνωστή μυρωδιά, υπερβολικά έντονη...δακρυγόνο...πιο πάνω ομάδες ματ με πράσινες φόρμες, σταματάω, ρωτάω έναν που φαινόταν επικεφαλής, τι συνέβη, τιν΄αυτά, ρίξατε χημικά; Μου κάνει μια κίνηση δείχνοντας προς τα κάτω, φασαρίες λέει, κι άλλη μια κίνηση με κεφάλι και χέρια, λυπάμαι... Και γω, λυπάμαι, δεν βλέπετε που κλαίω... Στρίβει αμήχανα τα χείλια του... Κάπου προς την Αλεξάνδρας πια καθάρισε κάπως, ήπια κι ένα γάλα μετά να πάει κάτω.
Πονάει η ωμοπλάτη μου. Πονάει η σπονδυλική μου στήλη. Πονάει το γόνατό μου. Πονάει ο ώμος μου. Πονάει το μηρόκωλο, αλλά κυρίως όλο το κρανίο μου... είμαι χαρούμενη ωστόσο. Πιο ξερό δεν υπάρχει!
Καλημέρες, καλό σαββατοκύριακο, καλό μήνα!