Τα παιδάκια εντυπωσιάζονται πολύ από το ποδήλατό μου. Επειδή είναι μεγάλο, κόκκινο και πάνω του κάθεται κάτι σαν αστροναύτης, η αφεντιά μου. Βγαίνοντας απ΄την πολυκατοικία ένα μεσημέρι με το ποδήλατο, με παρατηρούσε καλά καλά ένα αγοράκι, του οποίου ο πατέρας φόρτωνε στο αυτοκίνητο το ποδηλατάκι του μικρού, κανονικό ποδήλατο αλλά μικρού μεγέθους. Κι όπως έπιανα τα μπατζάκια του παντελονιού μου με τα φωσφορίζοντα λουράκια, του μικρού είχαν φωσφορίσει τα μάτια του, είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και έτρεμε επί τόπου σαν σκυλάκι από την αδημονία. Φεύγοντας τώρα εγώ ακούω να λέει, μπαμπά, φοράει κι αυτή κράνος! Ναι, ναι, όταν είμαστε στο ποδήλατο φοράμε κράνος κτλ, ο μπαμπάς, οδική κατήχηση.
Έπειτα θυμάμαι ένα κοριτσάκι σε μια διάβαση, ήθελε να αγγίξει το ποδήλατο, μα πήγε να πιάσει το βρωμερόν λάστιχον, οπότε αναγκάστηκα να του πω να μην το κάνει γιατί θα μουτζουρωθεί. Ως απόδειξη της έδειξα τα χέρια μου, που τύχαινε εκείνη τη στιγμή να είναι χάλια. Απογοητεύτηκε... Κι ένα μωρό κοριτσάκι με τον παππού του στην πλατεία, με φορμίτσα ολόσωμη, δεν περπατούσε ακόμη καλά και μιλούσε μια δικιά της γλώσσα, ζαχάρωνε το ποδήλατο, και ζάλισε τον παππού της, πότε θα μπορέσει να ανεβεί και να ποδηλατήσει και κείνη, και έδειχνε εμένα, να, γιατί αυτή κάνει ποδήλατο κι εγώ δεν κάνω; Βέβαια ο παππούς ως παππούς υποσχέθηκε ποδήλατο στην εγγονή.
Στα τελευταία ένας σπόρος το απόγευμα επιχείρησε να με τρακάρει. Μάλιστα, κόβοντας από τον παράδρομο μεταξύ Ζαππείου και Βοτανικού, βλέπω μπροστά μου μια κυρία μ΄ένα μωρό στο καρότσι και προφυλακή ερχόταν ο Ντένις με το ποδήλατό του και τις βοηθητικές του, το κράνος του, όλα του. Πάω λίγο πιο αριστερά να αυξήσω την απόσταση, έρχεται και κείνος πιο δεξιά και ετοιμαζόταν για μετωπική κάνοντας λυσσασμένα πετάλι. Κάνω προς τα δεξιά ανοιχτή στροφή να τον αποφύγω, στρίβει κι αυτός, εντωμεταξύ πήγαινα με μηδενική ταχύτητα, είχαμε πλησιάσει και σκόπευε να με εμβολίσει. Κι η μάνα του παραπίσω να του φωνάζει, γραμμένη την είχε. Οπότε στρίβω λίγο ακόμη, σταματάω εντελώς και του λέω, εεεεεεπ! στην τρίχα, και ξύπνησε, όταν κατάλαβε πια ότι θα πέσει πάνω μου. Ήθελε να με ανταγωνιστεί; Να με εξαφανίσει; Να συντομεύσει το διάστημα που τον χώριζε από ένα μικρό ποδήλατο με βοηθητικές σε ένα ψηλό με δυο μεγάλες ρόδες; Να κάνει μια επίδειξη παράτολμου θάρρους και ανεξαρτησίας στη μαμά του; Τι να κάνει, συνεχίζει με θιγμένη αξιοπρέπεια και πιάνει την άλλη άκρη, σταματάει, η μάνα του από απέναντι να μου ζητάει συγγνώμη και να τον μαλώνει, εγώ να προσπαθώ να μη γελάσω για να τον παγώσω, και του λέω έτσι πολύ σοβαρά, ίσια θα πηγαίνεις!
Εμπνευσμένο! Για το ντουβάρι ίσια μπροστά δεν του είπα τίποτα...