ΕΝΑ ΑΣΥΔΟΤΟ ΤΟΠΙΟ



Ο μήνας αυτός είναι τζαζ. Από το τζαζ φέστιβαλ στο Γκάζι το περασμένο Σαββατοκύριακο. Είναι αυτοσχεδιαστικός, άστατος, ηλεκτρισμένος, χύμα κρυώματα, υγρασία, αλλεργίες, ντάλα ήλιος το μεσημέρι, αχνιστή άσφαλτος, κι η θάλασσα κάπου μακριά, την μυρίζω από εδώ, όσο για βιβλία τα άπαντα του Ξανθούλη. Από το Μενού των Φαντασμάτων κλεμμένη η φράση του τίτλου, ολόκληρη έχει "...με άρωμα φρούτων και μελιτζάνας". Πρόκειται για το τοπίο της παιδικής ηλικίας, ένας Ιούνιος τελοσπάντων.
Αρκετό πετάλι, με πέδιλα, με πολύ νερό, με πολύ κόσμο στο critical mass της Δευτέρας, το κουρσάκι μου δεν παραπονιέται καθόλου, που το μεταχειρίζομαι σαν να ΄ναι κανένα mountain στις κακοτοπιές της Αθήνας, αλλά αυτό δεν είναι τίποτα, χθες βλέπω μια γιαγιά μ΄ένα καταπληκτικό κόκκινο τρίκυκλο φορτωμένο το πίσω καλάθι με ψώνια πεταλάριζε χαλαρή κατά του Στρέφη ανάμεσα στ΄αυτοκίνητα, έτριβα τα μάτια μου.


Δεν είπα όμως για τη τζαζ, κατά τις δώδεκα το βράδυ της Κυριακής ανέβηκε στη σκηνή η Maria Joao, κίτρινο φόρεμα φουσκωτό με φτερά στον ποδόγυρο, σαν εξωτικό πουλί και ξεπέρασε την ηλεκτρική κιθάρα στον αυτοσχεδιασμό, αρκετοί θαυμαστές λικνίζονταν εκστασιασμένοι μπροστά, η Maria τους μιλούσε στα πορτογαλικά, αυτοί απαντούσαν στα ελληνικά, άψογη η συνεννόηση, κι η Sulpice παραφύλαξε στo backstage για φωτογραφίες, αλλά κι εμένα στον χώρο στάθμευσης των ποδηλάτων συνέλαβε ο φακός, ωραία ήταν η βραδιά και το φεγγάρι μισό και πορτοκαλί!

ΦΩΤΟΒΟΛΙΔΑ



Χθες είχα γράψει μια ανάρτηση αλλά ο blogger δεν την αποθήκευε και κάποια στιγμή την έχασα. Μπλρπππ... κι εξαφανίστηκε στον διαδικτυακό βυθό μαζί με μια φωτογραφία, που έκανα ολόκληρη αλχημεία για ν΄ανεβάσω. Είναι η τρίτη φορά που το παθαίνω, και μετά δεν έχει νόημα να την ξαναγράψω, αφού γράφω αυθόρμητα.
Λοιπόν σήμερα ένας σαραντάρης βενζινάς, δίπλα από μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων, μου εξομολογήθηκε τον διακαή του πόθο να πηγαίνει στη δουλειά του με ποδήλατο, που ήδη έχει, κι όχι με το αυτοκίνητο, μόνο που μένει Καισαριανή και δυσκολεύεται στον γυρισμό. Του είπα να προσπαθήσει δυο βδομάδες, αν θέλει, και μετά δεν θα ξεκολλάει απ΄το ποδήλατο. Έπειτα μια κοπέλα σ΄ένα κατάστημα, που πήγα να πάρω ένα σαπούνι, για ολική επαναφορά του οργανισμού από την κουφόβραση, μου εξομολογήθηκε κι αυτή, ότι με τις φίλες της νωρίς το πρωί πήγαιναν στο δάσος Χαϊδαρίου με τα mountain, και θα το΄θελε πολύ να κυκλοφορεί με ποδήλατο στην πόλη αλλά οι συνθήκες δεν ευνοούν. Της είπα μήπως παίρνει ντουζιέρα το μαγαζί... τόσο σαπούνι εξάλλου διαθέσιμο... Φαίνεται πως η θέα του ποδηλάτου εμπνέει κύματα ρομαντισμού και αναμνήσεων από κάποια εποχή σχετικής ανεμελιάς, την οποία έπνιξε το καυσαέριο κι η εφορία.
Κυκλοφορώντας με το παλιό/καινούριο κουρσάκι τις τελευταίες μέρες, και περνώντας απ΄το Κολωνάκι θυμήθηκα τη μαντάμ Σουσού, που αποσβόλωσε το γιατρό της, απαντώντας στην περιφραστική του ερώτηση, -Βγαίνετε συχνά; -Ναι, με την κούρσα μου! Η δική μου κούρσα έχει γράψει τουλάχιστον 300 χλμ από την Τρίτη το βράδυ, που τη δοκίμασα για πρώτη φορά. Κόβει, ξυρίζει, σκίζει και θερίζει! Έχει καταπληκτική ανάπτυξη και για να ολοκληρωθεί η ποίηση, το έτριβα με σύρμα λεπτό σαν χνούδι και το στίλβωνα με κρέμα μετάλλων χιλιοστό χιλιοστό εφτά γεμάτες ώρες, ώσπου έγινε φωτοβολίδα.


Η φωτοβολίδα εγκαινιάστηκε την Παρασκευή το βράδυ στα ΒΠ, με εκκίνηση από το ΟΑΚΑ και ξενάγηση από τους βόρειους ποδηλάτες στο Χαλάνδρι, Βριλήσσια, Μαρούσι, Άλσος Συγγρού, Κηφισιά και πίσω στο ΟΑΚΑ, όπου στις 3 παρά τα ξημερώματα παίξαμε bottle attack, στο οποίο διέπρεψα, κάνοντας τον χειρότερο χρόνο, μια άκυρη εκκίνηση, πήγαινα με το πάσο μου, στις στροφές έπινα καφέ και κοίταζα τ΄αστέρια, πέρασε μια μαύρη γάτα δύο φορές, έρριξα το μπροστινό λάστιχο σε μια υδρορόη, κόντεψα να πατήσω ένα μπουκαλάκι στο τελικό σλάλομ και δεν τερμάτησα καν! Κατόπιν πέντε άτομα επανέλαβαν τη διαδρομή τρέχοντας, και οι υπόλοιποι πεθάναμε στα γέλια, ενώ νικητές αναδείχθηκαν δύο κουρσάκια με ίσο χρόνο 1.17, τον οποίο επανέλαβαν και μοιράστηκαν την πρώτη θέση στο βάθρο, μέσα στη νύχτα, υπό τους προβολείς του περιπολικού, που έφερνε βόλτες σαν καρχαρίας...
Υστερόγαμον: το ποδήλατο πριν τον καθαρισμό εις την οδόν Μαντζάρου! Στην πρώτη φωτό διακρίνεται και η φιγούρα μου στο τζάμι με το πεπόνι στο κεφάλι... λόγω κάποιας επεξεργασίας η πρώτη μεγενθύνεται, η δεύτερη όχι...

DOLCE & GABBANA


Η ιστορία ξεκινάει από μια καρφίτσα. Εκείνη που τρύπησε το πίσω λάστιχό μου χθες λίγο πριν την ποδηλατοπορεία, το οποίο αλλάχτηκε πάνω στην πυρκαγιά της εκκίνησης από έναν ποδηλάτη. Ως το βράδυ όμως διαπίστωσα ότι κόλλαγε λίγο το πίσω φρένο, και παρότι προσπάθησα να το ρυθμίσω, τελικά το ρύθμισε ο άνδρας της Sulpice, έφτιαξε επίσης και το πίσω φωτάκι.

Το πρωί σήμερα πηγαίνοντας στη δουλειά και μην έχοντας καιρό για μαστορέματα, σκέφτηκα να το πάω μια και καλή στο μάστορα, γιατί διαπίστωσα ότι ο τροχός έπαιζε και οι ταχύτητες δεν πατούσαν καλά. Έστρωσε το λάστιχο που ήταν κάπως στραβά τοποθετημένο, γι΄αυτό έπαιζε ο τροχός, ρύθμισε το πίσω φρένο, άλλαξε το μπροστινό που είχε γίνει τσιγαρόχαρτο, πήρα και δυο σαμπρέλες εφεδρικές και έφυγα περιχαρής, αλλά είχα αργήσει ήδη κάμποσο γιατί την ώρα που κοίταζε το ποδήλατό μου ενέσκηψαν πελάτες να ρωτάνε τούτο κι εκείνο και ένα συνεργείο απολύμανσης που ψέκασε τα πάντα, με τον ποδηλατά από πίσω να φωνάζει, όχι πάνω στα ποδήλατα!

Εντωμεταξύ είχα ψοφήσει στην πείνα και τη δίψα. Ήλιος, κάψα, δεν θα άντεχα την κίνηση του κέντρου, σταμάτησα λοιπόν σ΄ένα καφέ και πήρα κάτι πρόχειρο και δυο τόνους νερό και καφέ. Σε δέκα λεπτά, βγαίνω να πάρω το ποδήλατο, ανεβαίνω κι ήμουν έτοιμη να περάσω απέναντι, αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά, κοιτάζω πίσω και ω, φρίκη, το πίσω λάστιχο σαν τυρί του τοστ!

Όχι πάλι, και τι να ΄φταιξε και τι κάνουμε τώρα, παίρνω τηλέφωνο το ποδηλατάδικο αλλά είχε κλείσει, όμως και ανοιχτό να΄τανε ήταν πια μακριά, εγώ με δυο σαμπρέλες μα κανένα εργαλείο, το τραμ ανεβοκατέβαινε γεμάτο κόσμο, ούτε κατά διάνοια να το βάλω μέσα, και πού να πάω, μέχρι το Σύνταγμα, και ύστερα στα χέρια σπίτι ή στα ποδηλατάδικα κάτω στην Αθήνα, αν ήταν ανοιχτά, άλλη λύση σε βενζινάδικο εκεί κοντά να μου δώσουν κλειδί και αέρα, ζέστη αποπνικτική και γύρω κρανίου τόπος, που αφήνεις τα κόκκαλά σου και τα βρίσκει ο δήμος φρυγανιασμένα την άλλη μέρα.

Τότε θυμήθηκα ότι εκεί κοντά υπήρχε μια τρύπα, ένα συνεργείο "ποδηλάτων και μοτό" δίπλα από ένα τσαγκαράδικο "τακούνι σε ένα λεπτό, αλλάζονται σόλες". Ήταν ανοιχτά κι ο μάστορας καθόταν στο σκότος και πάλευε ένα ποδηλατάκι, του λέω λάστιχο, βγάζει τη σαμπρέλα, μου λέει το χτύπησες σε πεζοδρόμιο; Όχι του λέω αλλά ο δρόμος εδώ παραπάνω έχει τα χάλια του. Η σαμπρέλα είχε σκάσει από χτύπημα. Βάζει μια καινούργια, τη φουσκώνει, δεν καθόταν καλά το λάστιχο. Βρε.

Βγάζει πάλι λάστιχο και σαμπρέλα, ψάχνει τη ζάντα, κάπου βρίσκει μου λέει, α, του φωνάζω απέξω, η φακαρόλα! Ναι, αναφωνεί απομέσα, έχει διπλώσει και πίεζε τη σαμπρέλα, κάπου χτυπήθηκε μετά στο δρόμο κι έσκασε. Παίρνει ένα λαμάκι, στρώνει τη φακαρόλα, που εκτός από τη μοδιστρική χρησιμοποιείται και στα ποδήλατα, ήτοι μια λαστιχένια ταινία που καλύπτει εσωτερικά τη ζάντα. Τώρα αυτή μπορεί να είχε διπλωθεί πριν ακόμη αλλαχτεί το λάστιχο χθες, γιατί το πήγα μια απόσταση στα χέρια ενόσω ήταν σκασμένο, και καλά που δεν έσκασε το πρωί, και γι΄αυτό δεν καθόταν καλά το λάστιχο, τελοσπάντων ταλαιπωρία για πέντε χιλιοστά διπλωμένης λαστιχένιας ταινίας.

'Ημουν τυχερή μες την ατυχία μου, παρά την κούραση και το ότι επέστρεψα στις έξι στο σπίτι και παρότι όσο στοίχισε μια καρφίτσα θα μπορούσα είτε ν΄άλλαζα το πίσω λάστιχο, ενισχυμένο Michelin παρακαλώ, είτε να προμηθεύσω με καρφίτσες και φακαρόλες για κάμποσο καιρό τον Dolce μαζί και τον Gabbana!