Η κυκλοφορία στην Πανεπιστημίου ήταν κανονική κατά τις δέκα παρά το βράδυ, είχε ησυχία και ψιχάλιζε πότε πότε. Στρίβοντας στη Χαριλάου Τρικούπη, δεν φαινόταν τίποτα ασυνήθιστο και πάλι. Όμως στο ύψος του Χημείου βλέπω ένα άδειο σταματημένο λεωφορείο κι απέναντι παρατεταγμένα ματ. Λίγο πιο πάνω ένα ζευγάρι με παπάκι μιλούσε στους αστυνομικούς, που τους είχαν σταματήσει. Προσπερνάω το λεωφορείο και κατάλαβα γιατί ο δρόμος ήταν άδειος. Στη μέση ένας κάδος φλεγόταν κι ένας άλλος κάπνιζε. Σπασμένα γυαλιά από μπουκάλια παντού, μυρωδιά καμμένου λάστιχου και δακρυγόνου. Στ΄αριστερά Ναυαρίνου και Ζωοδόχου νεαροί είχαν οχυρωθεί πίσω από τρεις φλεγόμενους κάδους και φώναζαν προς τα ματ, που στέκονταν αντιμέτωπα. Δεξιά μου άλλη ομάδα ματ κατέβαινε, τότε πήρα το ποδήλατο στα χέρια λόγω των σπασμένων γυαλιών και πήγα μερικά μέτρα παράλληλα σε μια άλλη διμοιρία κι ύστερα συνέχισα κανονικά ως την Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Στις γωνίες είχε μαζευτεί κόσμος αλλά δεν ήξεραν τι συνέβαινε και σε όσους περίμεναν στις στάσεις, τους έλεγα να φύγουν. Ανέβαζα πια το ποδήλατο στα σκαλιά της εισόδου, όταν από το ραδιοφωνάκι, του οποίου είχα το ένα ακουστικό στ΄ αφτί, άκουσα τις ειδήσεις.
ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΑ ΜΕΤΑ
Πιρουέτες
ΕΞΑΡΧΕΙΑ
Ο ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΗΣ
Η ταχύτητα του ποδηλάτου πόλης είναι μικρή σε σύγκριση με τ΄αυτοκίνητα και τις μηχανές, υπό την προυπόθεση ότι ο δρόμος είναι ανοιχτός, γιατί στην κίνηση το ποδήλατο κερδίζει κατά κράτος. Πράγμα κουραστικό ωστόσο, καλύτερα μια μέτρια κίνηση, να πηγαίνουν ομαλά όλοι. Είναι διαπιστωμένο, ότι αν ακούσω κόρνα θα προέρχεται συνήθως από απίθανα οχήματα. Λόγου χάρη ακούω ένα βραχνιασμένο κγγγγ... πίσω μου στην Βουλιαγμένης, τι να δω, ένα προπολεμικό τρίκυκλο που πήγαινε δεν πήγαινε, και φώναζε κι από πάνω. Ή πάλι σε μια κάθετη ανηφόρα στη Νέα Σμύρνη, ακούω ένα σιδεροβροντολόι, ένα μπουκωμένο μαρσάρισμα και μια στρίγγλικη κόρνα ταυτόχρονα, φεύγει ο δαίμων, τι ήτανε; Ένα αυτοκίνητο στο χρώμα της σκουριάς, όλο το σασί καταχτυπημένο και κομματιασμένο κρεμότανε, θα ΄λεγες πως το ΄σκασε από άσυλο ανιάτων τροχοφόρων! Δεν φώναζαν οι νταλίκες, τα φορτηγά, τα πούλμαν, φώναζε το τσίγκοι-μπάφιλα-ντενεκέδες! Που αγκομαχούσε να βγάλει την ανηφόρα και λίγα μέτρα παρακάτω το προφταίνω και πως κρατήθηκα να μην του δώσω τα συγχαρητήριά μου... Άι στη μάντρα, άθλιε! Κι ακόμη συμβαίνει να κατηφορίζω την Ηλιουπόλεως, ............ιιιιιιιιν, νάσου φεύγει σίφουνας κορνάροντας, τι; Ένα σμαρτάκι, πατημένο τέρμα και κλυδωνίζεται, πόση ηλιθιότητα μπορεί να χωρέσει ένα μίνι αυτοκίνητο; Με τη μουσική να σπάει τζάμια.
Όμως κάτι για την ταχύτητα. Όλα είναι σχετικά, κι αν ένα ποδήλατο πηγαίνει σαν σαλιγκάρι σε σχέση με τα μηχανοκίνητα τροχοφόρα, ένα σαλιγκάρι που πηγαίνει με ποδήλατο, ορισμένως τρέχει με ιλιγγιώδη για τα δεδομένα του ταχύτητα. Νύχτα λίγο πριν απ΄τη Δάφνη άκουγα μες την ησυχία ένα τκ τκ τκ προερχόμενο απ΄το τιμόνι, κάπου εκεί. Κοιτάζω το φωτάκι, το κουνάω, τίποτα, δεν ήταν αυτό. Κοιτάω τα συρματόσχοινα, μπα, ούτε αυτά. Ούτε τα φρένα. Κι όμως σε κάθε μικρή αναπήδηση ακουγόταν τκ τκ τκ! Σταματάω στην πλατεία, ελέγχω πιο προσεκτικά, βλέπω μια τσίχλα κολλημένη στο μπροστινό φτερό. Βρε, σκέφτομαι, να μια αηδία, κάποιος κάνει αστειάκια με το ποδήλατό μου! Πάω να βγάλω την τσίχλα, δεν ήταν τσίχλα, ήταν ένα σαλιγκαράκι, ελάχιστο, πολύ λιανό, άσπρο του όνυχα, κι είχε βγει ολόκληρο, άνοιγε και τις κεραίες του σιγά σιγά. Στο σβέρκο είχε δυο γραμμές καφέ. Ορίστε μας, και λαθρεπιβάτης, ταξίδεψε απ΄το Μπραχάμι στη Δάφνη πάνω στο πλαστικό φτερό, όπου σε κάθε τράνταγμα χτύπαγε το κέλυφός του τκ τκ τκ, μα δεν ξεκόλλησε επουδενί! Τώρα ο λαθρεπιβάτης βοσκάει στο γρασίδι. Είναι φανερό. Ήθελε κίνηση και κόσμο γύρω του αλλά και πιο πλούσιο κι ευρύχωρο πεδίο δράσης, έφυγε λοιπόν παράτολμα από την ξεραΐλα με το πρώτο οικολογικό μέσον που βρήκε μπροστά του και η μοίρα του άλλαξε προς το καλύτερο, ένα δήμο πιο πέρα, όπου μόνος του δε θα ΄φτανε ούτε σε μια ολόκληρη σαλιγκαρίσια ζωή!
Όμως κάτι για την ταχύτητα. Όλα είναι σχετικά, κι αν ένα ποδήλατο πηγαίνει σαν σαλιγκάρι σε σχέση με τα μηχανοκίνητα τροχοφόρα, ένα σαλιγκάρι που πηγαίνει με ποδήλατο, ορισμένως τρέχει με ιλιγγιώδη για τα δεδομένα του ταχύτητα. Νύχτα λίγο πριν απ΄τη Δάφνη άκουγα μες την ησυχία ένα τκ τκ τκ προερχόμενο απ΄το τιμόνι, κάπου εκεί. Κοιτάζω το φωτάκι, το κουνάω, τίποτα, δεν ήταν αυτό. Κοιτάω τα συρματόσχοινα, μπα, ούτε αυτά. Ούτε τα φρένα. Κι όμως σε κάθε μικρή αναπήδηση ακουγόταν τκ τκ τκ! Σταματάω στην πλατεία, ελέγχω πιο προσεκτικά, βλέπω μια τσίχλα κολλημένη στο μπροστινό φτερό. Βρε, σκέφτομαι, να μια αηδία, κάποιος κάνει αστειάκια με το ποδήλατό μου! Πάω να βγάλω την τσίχλα, δεν ήταν τσίχλα, ήταν ένα σαλιγκαράκι, ελάχιστο, πολύ λιανό, άσπρο του όνυχα, κι είχε βγει ολόκληρο, άνοιγε και τις κεραίες του σιγά σιγά. Στο σβέρκο είχε δυο γραμμές καφέ. Ορίστε μας, και λαθρεπιβάτης, ταξίδεψε απ΄το Μπραχάμι στη Δάφνη πάνω στο πλαστικό φτερό, όπου σε κάθε τράνταγμα χτύπαγε το κέλυφός του τκ τκ τκ, μα δεν ξεκόλλησε επουδενί! Τώρα ο λαθρεπιβάτης βοσκάει στο γρασίδι. Είναι φανερό. Ήθελε κίνηση και κόσμο γύρω του αλλά και πιο πλούσιο κι ευρύχωρο πεδίο δράσης, έφυγε λοιπόν παράτολμα από την ξεραΐλα με το πρώτο οικολογικό μέσον που βρήκε μπροστά του και η μοίρα του άλλαξε προς το καλύτερο, ένα δήμο πιο πέρα, όπου μόνος του δε θα ΄φτανε ούτε σε μια ολόκληρη σαλιγκαρίσια ζωή!
Πιρουέτες
ΣΑΛΙΓΚΑΡΙ
Η ΜΟΥΣΙΚΟΦΙΛΗ ΧΕΛΩΝΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΙΝΑ
Πέρα από τους οδηγούς που μου κόβουν την ορθοπεταλιά κάθε τρεις στην ανηφόρα ψάχνοντας ματαίως να βρουν χώρο στάθμευσης, με βασανίζουν ορισμένα καίρια και υψίστης σημασίας ερωτήματα, όπως ας πούμε, αν τα ζώα μιλάνε. Και βέβαια τα ζώα δεν μιλάνε, όπως και ορισμένοι στουρναροδηγοί, που σταματούν αιφνιδίως στη μέση της εν λόγω ανηφόρας αποφασίζοντας να πάνε με την όπισθεν, βλέποντας στην φαντασία τους θέση στάθμευσης, αλλά δεν πρόκειται για θέση, παρά για οφθαλμαπάτη, απ΄αυτές που δημιουργεί η έρημος της Αθήνας τις ώρες αιχμής, ενώ από πίσω άλλοι νοήμονες οδηγοί, εύλογα, άλογα, δεν ξέρω, συνοδεύουν την κόρνα με χαρακτηρισμούς του τύπου, πού πας βρε ζώον! να! ζώον! και εύγλωττες χειρονομίες. Ορισμένα κοσμητικά που επίσης ακούγονται σε τέτοιες περιπτώσεις αρμονικής συμβίωσης των ελλόγων ζώων, δηλαδή ημών των ιδίων, αντλούν την έμπνευσή τους από το ζωικό βασίλειο, με πρώτο και τιμητικότερο τον γάιδαρο, ο οποίος έχει μεν ο δυστυχής εξαφανιστεί από την ελληνική φύση, αφθονεί δε στις λόχμες της αθηναϊκής ζούγκλας, μάλιστα σε ημιάγρια μορφή, τουτέστιν όναγρος, μονήρης ή κατά κοπάδια.
Φυσικά τα ζώα δεν μιλάνε ελληνικά ή κινέζικα. Ούτε σουαχίλι, ούτε ολλανδικά, και απαξάπαντος χάνουν. Μήπως μιλάνε νεκρές, δηλαδή ξεχασμένες γλώσσες; Ίσως κάποτε γνώριζαν χιττιτικά ή σουμεριακά, αλλά τώρα δεν μπορούν να μας το πουν σε κάποια από τις τρέχουσες γλώσσες, και εδώ ακριβώς χρειαζόμαστε την συνδρομή σοφών καθηγητών, οι οποίοι όμως δεν μιλάνε διόλου περί του θέματος, διότι είναι απασχολημένοι με τις μελέτες τους και η γάτα τους προτιμά να μην τους ενοχλεί με επουσιώδη. Επειδή η γάτα γνωρίζει καλά, ότι ο σοφός καθηγητής είναι κάπως αφηρημένος, και ήδη χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και αρκετά γατίσια κόλπα για να θυμηθεί να την ταΐσει, σκέψου τώρα να του έκανε κουβέντα σε τίποτα αιγυπτιακά της εποχής της Νεφερτετέ, θα λησμονούσε τελείως το γεύμα, χώρια οι επιπρόσθετοι μπελάδες, υπαγορεύσεις, ταξίδια, διαλέξεις, άσε καλύτερα. Έτσι η γάτα παραμένει σιωπηλή.
Μεταξύ τους τα ζώα συνεννοούνται θαυμάσια για τις τρέχουσες ανάγκες τους με μια ποικιλία ήχων την οποία θυμόμαστε και μεις πότε πότε στην καθημερινότητα, τα κόμικς και τη μουσική. Με τα βιβλία δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση τα ζώα, αλλά μήπως έχουν οι έλληνες; Σ΄αυτό είμαστε περήφανοι, διότι δεν μοιάζουμε με τα ποντίκια, τα κουνέλια και τους βιβλιοσκώληκες. Τα ζώα δεν ασχολούνται με τη λογοτεχνία απλούστατα διότι προτιμούν τη μουσική. Γλιτώνουν έτσι από το περιττό χαρτί, τις βιβλιοθήκες και τη σκόνη. Η γάτα που λέγαμε, θα εκτιμήσει τον Προυστ, επειδή βολεύεται να κερδίσει το χρόνο της με μισόκλειστα μάτια ακίνητη πάνω του, ή να ξύσει λίγο τα νύχια της στη ράχη του. Αφού ο Προυστ είπε τόσα, αρκεί να εκτιμηθεί αυτό με ένα γουργουρητό ευχαρίστησης κι όχι με φλύαρα υπομνήματα.
Κάποτε κάποτε οι χελώνες έχουν την ευκαιρία ν΄ακούσουν Μπαχ. Φυσικά αυτό δεν ισχύει για τις αμόρφωτες χελώνες, που επιδιώκουν να κυνηγούν και να δαγκώνουν η μια την άλλη. Οι εκλεπτυσμένες χελώνες με μουσική παιδεία βγάζουν το κεφάλι τους και το κουνάνε πέρα δώθε αργά σαν μετρονόμο. Εάν σε μια βραδιά Μπαχ στο Μέγαρο Μουσικής μπορούσαν να παρευρεθούν αγελάδες, κατσίκες, γάτες, σκύλοι, πουλιά, φάλαινες, χελιδονόψαρα, σαλάχια, ροφοί, δελφίνια, ιππόκαμποι, ελέφαντες, φίδια, γουρούνια, ζέμπρες και χελώνες, θα βλέπαμε πως η μουσική ενώνει διαφορετικούς κόσμους. Εξαιρούνται οι καρχαρίες, γιατί είναι κουφοί και τυφλοί, αλλά και πάλι στερούμαστε υποδομής για αυτήν τη μουσική κιβωτό. Έτσι τα ζώα αδικούνται, διότι δεν έχουν όλα πρόσβαση στον Μπαχ. Γι΄αυτό στον μουσικό τους οίστρο, προτιμούν τις δικές τους αρμονίες. Ας δείξουμε κατανόηση, μιας και μεις δεν έχουμε κάνει όσα οφείλουμε.
Από καθαρή επιπολαιότητα παραβλέπουμε, ότι τα ζώα παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις του πολιτισμού μας και τελευταία δείχνουν ένα διακριτικό αλλά σαφές ενδιαφέρον για την ψηφιακή τεχνολογία. Ίσως μάλιστα οι γάτες να διαβάζουν τη σκέψη και να μην χρειάζονται ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αλλά ευγενή όντα καθώς είναι, δεν το λένε έτσι κατάμουτρα, προτιμούν κάποιον ενθαρρυντικό υπαινιγμό, όπως το ν΄ανεβεί η γάτα επάνω στην οθόνη ανάλαφρα, τη στιγμή ακριβώς που έγραφα τη λέξη "διακριτικό". Μάλιστα κοιτάζοντάς με, μου φαίνεται πως εκφράζει μια κριτική για το γραπτό μου, ότι το ερώτημα δεν το διετύπωσα σωστά, ότι δεν θα ΄πρεπε ν΄αναρωτιέμαι αν τα ζώα μιλάνε αλλά αν χρειάζεται να μιλήσουν και γιατί εμείς που μιλάμε δεν επικοινωνούμε τουλάχιστον μεταξύ μας, κι έπειτα βλέπουμε για τα ζώα. Ή τις πέτρες. Ή τα δέντρα. Ή το νερό. Ή το χώμα. Ή τον ουρανό.
Πιρουέτες
ΖΩΑ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)