Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΞΑΡΧΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΞΑΡΧΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΖΑΜΠΟΝ

Αχ, να ΄χα ένα χοντρό πετσί! Να μη με έκοφτε για τίποτα! Όταν όλοι τις ψυχρές βραδυές φόραγαν ζακέτες, εγώ με φανελάκι, η γιαγιά μου μ΄ έλεγε, "δεν κρυώνεις, μωρέ, χοιροπέτσι"! Πού ΄ντο λοιπόν αυτό το γουρουνίσιο το πετσί να με καλύψει! Να μπορώ να πηγαίνω στα μπουζούκια να πετάω λουλούδια του νεκροταφείου! Να καίγεται η πόλη και γω να λέω, οι χριστιανοί την έκαψαν, ας τραγουδήσουμε! Ας πάμε και στο στάδιο να δούμε αγώνες!

Την φθονώ αυτήν τη γουρουνιά. Είναι αξιοζήλευτη, το μυστικό της εξουσίας των καισάρων. Όποιοι είναι αδύναμοι, ας τρέξουν, ας κλάψουν, ας πονέσουν, ας παλέψουν, ας πουν, χαίρετε, οι μελλοθάνατοι σας χαιρετούν, ω καίσαρες! Ελεήστε μας με τα ψίχουλα των τηλεοπτικών θεαμάτων σας!
Κι έπειτα οι σοφοί να γράψουνε τη γουρουνίσια γραμματική, να μοιραστεί και στα σχολεία. Το ασήμαντο, του ασήμαντου, ω ασήμαντο! Το μεμονωμένο, του μεμονωμένου, ω μεμονωμένο! Η παρεξήγηση, της παρεξήγησης, ω παρεξήγηση!
Κι αφού θα διδαχθεί η γραμματική, να χαλαρώσουν τα μαθήματα, να πάνε οι μαθητές με τους δασκάλους σε "εξορμήσεις ψυχαγωγικού χαρακτήρα", πριν πάνε για ζαμπόν.

ΤΡΕΙΣ ΚΑΙ ΜΙΑ

Κλειστή πάλι χθες το βράδυ κατά τις εφτάμισι η Ηρώδου Αττικού με κορδελίτσα, αλλά πέρασα από το πλάι και κατέβηκα με ψιλόβροχο πάνω στην ώρα, που τέσσερις κλούβες τράβαγαν για τους Στύλους. Νωρίτερα, κάθισα κι ήπια έναν καφέ έξω, μετά από μια ολόκληρη βδομάδα πολιορκίας, πού αλλού, Κωλέττη και Μεσολογγίου. Κάπως έπρεπε να καθαρίσει ο λαιμός. Τόσα λουκούμια, να πιούμε και κανέναν καφέ. Η Τζορτζ αγνώριστη, τρία καμμένα αυτοκίνητα την έκλειναν ανά διαστήματα, η Στουρνάρη διαλυμμένη, το Πολυτεχνείο χαλαρό, ανοιχτές πόρτες, μπαινόβγαινες, μερικοί κοίταζαν καχύποπτα. Άσφαλτος γεμάτη λάδια, πίσσα, θρύμματα μολότωφ, μαρμάρινα θραύσματα, καμμένα σκουπίδια. Ατμόσφαιρα υγιεινή, άρχισε να τρέχει ακατάσχετα αριστερό μάτι και ρουθούνι παρέα. Πατησίων και Τοσίτσα οι γνωστοί παρατημένοι, όλοι μαζί, άμα παραπαίει ο ένας, να πέφτει πάνω στον άλλον. Μα σαν κάπως πιο παρατημένοι στη μέση του καμμένου τσιμέντου, μια μαύρη έρημος γύρω γύρω και μια απορία.
Κι ακόμη η πλατεία έρημη κι αυτή, μόνο καινούργιες αφίσες των κατοίκων, ότι τα Εξάρχεια δεν είναι κατεχόμενα. Το μόνο ζωντανό σημείο, είπαμε, το σημείο μηδέν, Τζαβέλλα και Μεσολογγίου, όπου από την πρώτη στιγμή δεν σταμάτησε να πηγαίνει κόσμος, κύκλος δέκα - δεκαπέντε άνθρωποι, που ανανεώνονται ανά λίγη ώρα, κι όσο βραδυάζει πιο πολλοί, νεαροί, κοπέλες, γέροι, γριές, μητέρες με κοριτσάκια μικρούλικα, άντρες έτσι σκεφτικοί. Και κάνοντας στις πέντε να φύγω, εκτός από τους δημοσιογράφους, βλέπω έναν παπά, τον έφερε μια γυναίκα, να κάνει ένα τρισάγιο για το παιδί, που τι να γύρευε εκεί. Κι εκεί επικρατεί απόλυτη σιγή πάντα, τίποτα δεν ακούγεται, ούτε κιχ, μόνο ο παπάς ακούστηκε, άφησε ένα κερί και μετά πάλι σιωπή.
Δεν βρήκα αυτή τη φορά τους παλιούς μου συμμαθητές στο καφενείο, απ΄όταν ήμασταν δεκάξι, δεκαεφτά, με τα πανώ να γράφουν τότε, Προσέξτε, εμείς ζούμε ακόμα!, αλλά με έκπληξη την αρραβωνιαστικά ενός ξαδέλφου μου, που ήρθε με άλλες κοπέλες απ΄τη δουλειά της από μακριά, στενοχωρημένες, χωρίς μακιγιάζ, σα να ΄χαν χάσει δικό τους αγαπημένο πρόσωπο. Κι εγώ με κράνος και τα τσουμπλέκια του ποδηλάτου αμήχανα. Έπειτα έφυγα, μια γριά βγήκε πάνω στο μπαλκόνι κι ο κόσμος πλήθαινε και μπύρες και ρακί, εφημερίδες και ήσυχες κουβέντες.
Στις έντεκα χθες το βράδυ η Πανεπιστημίου κλειστή και ρημαγμένη, μπροστά απ΄το Πανεπιστήμιο μια μπουλντόζα και σκούπες του Δήμου. Ο αέρας έφερε πάνω μου με δύναμη βροχή, μαρμαρόσκονη και σύννεφα γυαλιού που μου ΄καψαν το δέρμα και τρύπωσαν κάτω απ΄ τα ρούχα. Με τον τόσο αέρα και τη βροχή όλο το βράδυ καθάρισε η ατμόσφαιρα, αλλ΄ όχι για πολύ. Τα λεωφορεία σήμερα το μεσημέρι κατέβαζαν τους επιβάτες στο Πρώτο, κι από κει με τα πόδια, εγώ ήμουν τυχερή που πρόλαβα και πήρα το ποδήλατο το πρωί, ίσα που έκοψε η μπόρα τα ξημερώματα. Για να ζήσω το απίστευτο, φτάνω Σύνταγμα, κι εκεί, χώρια το μπλόκο με τις κλούβες πίσω στους Στύλους, μια αλυσίδα ματ δεν άφηνε να περάσει ούτε πεζός ούτε ποδήλατο, ούτε από το πεζοδρόμιο προς Πανεπιστημίου, η οποία ήταν άδεια. Στα σκαλάκια του Συντάγματος ένα φράγμα από φύλλα αλουμινίου, ματ από τη μια με την πλάτη στη Βουλή κι απ΄την άλλη μια ομάδα μάλλον φοιτητών φώναζε συνθήματα, που επεσφράγιζε με συντονισμένες μούντζες προς το Κοινοβούλιο. Γύρω γύρω απλός κόσμος, λίγοι τουρίστες σαστισμένοι και ποδήλατα.
Κόβω ανάποδα Σταδίου, Βουκουρεστίου, βγαίνω στην πλάτη των ματ και κατεβαίνω. Χημικό και χημικό, πού το βρήκαν τόσο, δεν τέλειωσε ακόμα. Γύρω μικρές σκόρπιες παρέες φοιτητών, οι περισσότεροι με άσπρους κύκλους κρέμας γύρω απ΄τα μάτια κι άλλοι σ΄όλο το πρόσωπο σαν γιαπωνέζοι ηθοποιοί. Και μερικοί τεχνικοί με κάμερες. Από πάνω το ελικόπτερο έφερνε γύρους. Ένα κομμάτι της πορείας είχε καταλήξει στην Κάνιγγος. Διμοιρίες ματ και αστυνομικών με μάσκες ανέβαιναν και κατέβαιναν. Κι άλλοι κι άλλοι. Τόσος φόβος. Τρεις και μία. Για μια συγγνώμη...

Η ΖΑΡΝΤΙΝΙΕΡΑ ΚΙ Η ΖΑΡΤΙΕΡΑ


Η κυβέρνηση τα ρίχνει στην αστυνομία. Τα κόμματα ρίχνουν μύδρους το ένα στο άλλο. Ο μπάτσος τα ρίχνει στην "αποκλίνουσα συμπεριφορά" του θύματος. Ο δικηγόρος (θε μου, κάνε τον) τα ρίχνει στην "παρεξήγηση". Τα ματ ρίχνουν δακρυγόνα και πέτρες. Οι κουκουλοφόροι και μη ρίχνουν μολότωφ και πέτρες. Οι καταστηματάρχες ρίχνουν καντήλια. Κάποιοι ρίχνουν μούντζες στην τηλεόραση. Άλλοι ρίχνουν λουλούδια στον τάφο και το σημείο του φόνου. Κι άλλοι ρίχνουν κάτω τα μάτια από τη ντροπή για το αίσχος.



Ας έβγαινε να πει, ναι το έκανα, πυροβόλησα στα ίσια, γιατί πήρα ανάποδες, γιατί είμαι καβλόμπατσος, γιατί ήθελα τσαμπουκά, έστειλα το παιδί στον άλλο κόσμο άδικα και κατέστρεψα δυο οικογένειες, του παιδιού και τη δική μου, και τώρα καίγεται όλη η Ελλάδα, θα δεχτώ όποια ποινή μου επιβάλλει το δικαστήριο και δε ζητώ επιείκεια.


Να περίπου μια αντρίκια ομολογία μιας άναντρης πράξης. Αντ΄αυτού, να, ξέρετε, μου επιτέθηκαν όλοι μαζί με καδρόνια, λοστούς και μολότωφ, φοβήθηκα για τη ζωή μου, δεν ήθελα να μ΄έχει η γυναίκα μου ανάπηρο, ή πάλι, βαρέθηκα να με βρίζουν μπάτσο, τώρα θα δουν τα τσογλάνια, που πετάνε μπουκαλάκια νερό και βράχηκε το καινούργιο ταγιέρ. Και γω σκιάχτηκα, ίσιωσε η περμανάντ, κι έβγαλα από τη ζαρτιέρα μου το υπηρεσιακό εξάσφαιρο, που το ΄χω για μια ώρα ανάγκης και πυροβόλησα ψηλά και χαμηλά και πέρα για εκφοβισμό, αλλά μια σφαίρα ήταν στραβή απ΄την αρχή και πήγε ξέστραβα, χτύπησε μια μπουγάδα και γύρισε στο στόχο κατάστηθα. Κι επειδή ήτανε μπουγάδα, τη μαζέψανε και δε φαίνεται πια το σημάδι, που εξοστρακίστηκε η σφαίρα.


Ας βρούμε γρήγορα από μια ζαρντινιέρα ν΄αρχίσουμε να βαράμε το κεφάλι μας.



Υ.Γ. Τα γκράφιτι από Ζωοδόχου Πηγής και Τζαβέλλα.

ΔΕΝ ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΩ ΤΙΠΟΤΑ

Κάτι βρωμάει περισσότερο από το καμμένο και τα ληγμένα δακρυγόνα. Ζω στο κέντρο της Αθήνας από τότε που γεννήθηκα και ποτέ δεν το σκέφτηκα να κυκλοφορήσω οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας, ποτέ δεν φοβήθηκα να περάσω βράδυ πεζή από την Ομόνοια, το Σύνταγμα ή τα Εξάρχεια, ακόμη και σε μέρες έξαρσης επεισοδίων. Ναι, συνέβαιναν διάφορα, αυτοκίνητα παγιδεύονταν, γραφεία καίγονταν, τζάμια έσπαγαν και υπήρξα μάρτυρας επιθέσεων ομάδων με μολότωφ και δοκάρια στο Τμήμα, επειδή το μπαλκόνι μου ήταν ένα δρόμο παρακάτω στον πρώτο όροφο. Είναι γνωστό, ότι οι καταστηματάρχες στα Εξάρχεια εδώ και χρόνια έχουν βάλει ρολά ασφαλείας αλλά και ότι η πλατεία και η γύρω δρόμοι έχουν ζωή από το πρωί ως τουλάχιστον τις τρεις τη νύχτα. Πάντα υπήρχαν τοξικομανείς, των οποίων η ηλικία κατέβαινε ολοένα, θυμάμαι ένα παιδάκι να έχει κλείσει την κίνηση στη Σολωμού, όρθιο, χαμένο, μια σκελετωμένη σκιά. Θυμάμαι στην Εμμανουήλ Μπενάκη τον μπακάλη να τους δίνει λεμόνι και κουτάλι, θυμάμαι να μου ζητάνε ωραία παιδιά την ταυτότητά μου για να πάρουν μια σακκούλα υπνωτικά από το φαρμακείο. Ο Δήμος φρόντισε για την πλατεία, την ανέπλασε τάχα και έστησε μια χονδροειδή ψηφιακή πινακίδα με προτροπές, Προστατέψτε το περιβάλλον. Βέβαια κάποιοι προστατεύουν αυτό το περιβάλλον της απόγνωσης.
Τα συνθήματα στους τοίχους της περιοχής και οι αφίσες ήταν πιο πλούσια και ποικίλα από παντού. Ξεχωρίζω ένα που έβλεπα για χρόνια στον πεζόδρομο της Μεθώνης, Δεκαπέντε χρονών νεκρός κι ο αλήτης ο μπάτσος καθαρός. Τη δεκαετία του ΄80 θυμάμαι πολλούς πανκ, τα λεγόμενα φρικιά με τα πορτοκαλί και μπλε όρθια μαλλιά και τις παραμάνες να πίνουν μπύρες, έπειτα οι πανκ εξαφανίστηκαν, το σκηνικό έγινε κάπως πιο gothic/black σαν αντίστιξη στην άσπρη σκόνη, τα άσπρα χάπια και τις άσπρες νύχτες. Ξέχασα. Πολύ πριν την ανάπλαση της πλατείας, τοποθετήθηκαν κάμερες, πριν ακόμη γίνει οποιοσδήποτε λόγος γενικότερα για κάμερες, παράλληλα με τους κλασικούς μπάτσους με πολιτικά που έπιναν τον καφέ τους υποτίθεται απαρατήρητοι, και κάποτε ομάδες ειδικών φρουρών στις γωνίες με καμουφλάζ εξάρτιση μηχανόβιων, πέτσινα μπουφάν και κράνη, βάρδιες για την παρακολούθηση μερικών γνωστών, που έπιναν ούζα στην πλατεία, προτού περάσουν το βράδυ τους χαριεντιζόμενοι στα κανάλια.
Από τον φραπέ στον φραπουτσίνο κι από τον Μιχάλη στον Αλέξη τι έχει αλλάξει; Ίσως το γεγονός ότι έχουμε εσωτερικεύσει το φόβο, την ανασφάλεια και την πίκρα, ότι η βρομιά βγήκε πια για τα καλά στον αφρό, ότι ακόμη κι αν δεν φοβόμαστε, παράλληλα δεν ελπίζουμε πια. Πάντα είχα την άβολη αίσθηση, πώς ό, τι κακό κι αν συμβεί σ΄αυτή τη χώρα, είναι σαν μια πετρούλα που προκαλεί λίγες αναταράξεις και ομόκεντρους κύκλους στα τηλεοπτικά νερά και κατόπιν εξαφανίζεται στο θολό βυθό. Τις τελευταίες μέρες οι πέτρες ήταν πολλές, αλλά η νάρκωση συνεχίζεται, θα το δείτε όσοι βλέπετε τηλεόραση, το άλλο σαββατοκύριακο. Και το παράλλο, όταν θα έχουμε δεχθεί αδιαμαρτύρητα μέτρα που θα ξεπερνούν τη φαντασία του Τζορτζ Όργουελ. Τον είχα διαβάσει, όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών και τα είχα θεωρήσει τότε, μια εποχή προ κινητών τηλεφώνων, υπερβολές, προϊόν της μελαγχολικής ιδιοσυγκρασίας του. Έλεγε ιδίως για την γλώσσα. Ότι οι λέξεις θα χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα για το αντίθετό τους. Κατόπιν ρώτησα έναν γέρο άγγλο καθηγητή, που είχε γνωρίσει τον Όργουελ στο βιβλιοπωλείο του στο Λονδίνο, και κείνος μου είπε ότι έτσι είναι και λίγα γράφει, θα το δω. Βέβαια ο καθηγητής είχε πιει πάλι πολλή μπύρα και σκέφτηκα, θα τα βλέπει διπλά...

ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΥΓΝΕΦΟ ΚΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΠΙΣΣΑ


Νωρίς το πρωί γύρισα με το ποδήλατο την Αθήνα. Από τα ξημερώματα είχαν βγει τα συνεργεία του Δήμου να καθαρίσουν τους δρόμους, στους οποίους είχαν μείνει τα σημάδια από καμμένους κάδους και αυτοκίνητα ενώ εργάτες κάλυπταν με φύλλα αλουμινίου ή κόντρα πλακέ ολοσχερώς κατεστραμμένα καταστήματα ή τράπεζες και με μάσκες στο πρόσωπο έβγαζαν έξω φορτία μ΄ αποκαΐδια. Στα ρείθρα και σε μερικά πεζοδρόμια είχαν απομείνει σωροί σπασμένα γυαλιά από μολότωφ ή θρύμματα τηλεφωνικών θαλάμων, στάσεων λεωφορείων ή βιτρίνων. Τα περισσότερα καταστήματα ήταν κλειστά, η κίνηση μέτρια, ο κόσμος λίγος και μουδιασμένος. Μια πόλη η σκιά του εαυτού της, εκείνου του ασυνάρτητου, του μπουκωμένου στο νέφος, του αγχώδους καθημερινού, του φωνακλάδικου, του συνηθισμένου αθηναϊκού εαυτού της.

Αλλά σήμερα ποιος είχε όρεξη για ο, τιδήποτε. Ήμουν ένα φάντασμα μεταξύ φαντασμάτων. Όλα σιωπηλά το πρωί και το βράδυ φωτιά, πέτρες και δακρυγόνα. Το πρωί στις συμβολές των μεγάλων οδών μια γεύση στάχτης. Δεν φωτογράφησα τίποτα, επίτηδες. Μόνο περνώντας μπροστά από την Εθνική Βιβλιοθήκη, την ταλαιπωρημένη από πλημμύρες, σεισμούς και την αμάθειά μας, τράβηξα μια πρόχειρη φωτογραφία με το κινητό. Το προαύλιο σπαρμένο θραύσματα μαρμάρου και γυαλιά, συνθήματα γραμμένα με σπρέι. Στο πίσω μέρος ένα απανθρακωμένο βαν. Στο Πανεπιστήμιο τα ίδια, μάρμαρα σπασμένα με λοστούς κι ένας κίτρινος σκύλος μισόκλεινε τα μάτια του απέναντι στον ήλιο μισοψεκασμένος με κόκκινη μπογιά.

Ταλαιπωρήθηκα να φτάσω στη Νομική. Δηλαδή το κουφάρι του κτιρίου, μαύρο, σφραγισμένο με φύλλα τσίγκου. Το οδόστρωμα και το πεζοδρόμιο κατά τόπους επικίνδυνο από γλιστερή μαύρη λάσπη και σκόρπια γυαλιά. Οι περιπτεράδες στην Ακαδημίας μάζευαν το εμπόρευμά τους μην καεί το βράδυ μαζί με το περίπτερο. Λίγα φύλλα εφημερίδων μόνο κρέμονταν με τίτλους όπως Ολοκαύτωμα και Τρόμος πάνω από μαυροκκόκινες φωτογραφίες.

Το Σύνταγμα, η Ερμού, το Θησείο, του Ψυρρή, η Ομόνοια, η Σταδίου, η Ακαδημίας, η Αλεξάνδρας... μια θλίψη. Τέτοια θλίψη, όση εκείνη των πυρπολημένων δασών του καλοκαιριού. Όση εκείνη των πόλεων της Ελλάδας, που έχουν παραδοθεί ταυτόχρονα σ΄ένα όργιο έμπυρης καταστροφής. Η Πατησίων κλειστή και τα Εξάρχεια... τα Εξάρχεια των νεανικών μου χρόνων τα έγλειψε μια τρελή φλόγα και τ΄ άφησε σκέτα μαύρα κόκκαλα. Το μόνο ζωντανό σημείο ένας λοφίσκος λουλούδια και κεριά, ο κόσμος καρφωμένος κι οι λέξεις άκυρες.

ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΑ ΜΕΤΑ

Η κυκλοφορία στην Πανεπιστημίου ήταν κανονική κατά τις δέκα παρά το βράδυ, είχε ησυχία και ψιχάλιζε πότε πότε. Στρίβοντας στη Χαριλάου Τρικούπη, δεν φαινόταν τίποτα ασυνήθιστο και πάλι. Όμως στο ύψος του Χημείου βλέπω ένα άδειο σταματημένο λεωφορείο κι απέναντι παρατεταγμένα ματ. Λίγο πιο πάνω ένα ζευγάρι με παπάκι μιλούσε στους αστυνομικούς, που τους είχαν σταματήσει. Προσπερνάω το λεωφορείο και κατάλαβα γιατί ο δρόμος ήταν άδειος. Στη μέση ένας κάδος φλεγόταν κι ένας άλλος κάπνιζε. Σπασμένα γυαλιά από μπουκάλια παντού, μυρωδιά καμμένου λάστιχου και δακρυγόνου. Στ΄αριστερά Ναυαρίνου και Ζωοδόχου νεαροί είχαν οχυρωθεί πίσω από τρεις φλεγόμενους κάδους και φώναζαν προς τα ματ, που στέκονταν αντιμέτωπα. Δεξιά μου άλλη ομάδα ματ κατέβαινε, τότε πήρα το ποδήλατο στα χέρια λόγω των σπασμένων γυαλιών και πήγα μερικά μέτρα παράλληλα σε μια άλλη διμοιρία κι ύστερα συνέχισα κανονικά ως την Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Στις γωνίες είχε μαζευτεί κόσμος αλλά δεν ήξεραν τι συνέβαινε και σε όσους περίμεναν στις στάσεις, τους έλεγα να φύγουν. Ανέβαζα πια το ποδήλατο στα σκαλιά της εισόδου, όταν από το ραδιοφωνάκι, του οποίου είχα το ένα ακουστικό στ΄ αφτί, άκουσα τις ειδήσεις.