Η ταχύτητα του ποδηλάτου πόλης είναι μικρή σε σύγκριση με τ΄αυτοκίνητα και τις μηχανές, υπό την προυπόθεση ότι ο δρόμος είναι ανοιχτός, γιατί στην κίνηση το ποδήλατο κερδίζει κατά κράτος. Πράγμα κουραστικό ωστόσο, καλύτερα μια μέτρια κίνηση, να πηγαίνουν ομαλά όλοι. Είναι διαπιστωμένο, ότι αν ακούσω κόρνα θα προέρχεται συνήθως από απίθανα οχήματα. Λόγου χάρη ακούω ένα βραχνιασμένο κγγγγ... πίσω μου στην Βουλιαγμένης, τι να δω, ένα προπολεμικό τρίκυκλο που πήγαινε δεν πήγαινε, και φώναζε κι από πάνω. Ή πάλι σε μια κάθετη ανηφόρα στη Νέα Σμύρνη, ακούω ένα σιδεροβροντολόι, ένα μπουκωμένο μαρσάρισμα και μια στρίγγλικη κόρνα ταυτόχρονα, φεύγει ο δαίμων, τι ήτανε; Ένα αυτοκίνητο στο χρώμα της σκουριάς, όλο το σασί καταχτυπημένο και κομματιασμένο κρεμότανε, θα ΄λεγες πως το ΄σκασε από άσυλο ανιάτων τροχοφόρων! Δεν φώναζαν οι νταλίκες, τα φορτηγά, τα πούλμαν, φώναζε το τσίγκοι-μπάφιλα-ντενεκέδες! Που αγκομαχούσε να βγάλει την ανηφόρα και λίγα μέτρα παρακάτω το προφταίνω και πως κρατήθηκα να μην του δώσω τα συγχαρητήριά μου... Άι στη μάντρα, άθλιε! Κι ακόμη συμβαίνει να κατηφορίζω την Ηλιουπόλεως, ............ιιιιιιιιν, νάσου φεύγει σίφουνας κορνάροντας, τι; Ένα σμαρτάκι, πατημένο τέρμα και κλυδωνίζεται, πόση ηλιθιότητα μπορεί να χωρέσει ένα μίνι αυτοκίνητο; Με τη μουσική να σπάει τζάμια.
Όμως κάτι για την ταχύτητα. Όλα είναι σχετικά, κι αν ένα ποδήλατο πηγαίνει σαν σαλιγκάρι σε σχέση με τα μηχανοκίνητα τροχοφόρα, ένα σαλιγκάρι που πηγαίνει με ποδήλατο, ορισμένως τρέχει με ιλιγγιώδη για τα δεδομένα του ταχύτητα. Νύχτα λίγο πριν απ΄τη Δάφνη άκουγα μες την ησυχία ένα τκ τκ τκ προερχόμενο απ΄το τιμόνι, κάπου εκεί. Κοιτάζω το φωτάκι, το κουνάω, τίποτα, δεν ήταν αυτό. Κοιτάω τα συρματόσχοινα, μπα, ούτε αυτά. Ούτε τα φρένα. Κι όμως σε κάθε μικρή αναπήδηση ακουγόταν τκ τκ τκ! Σταματάω στην πλατεία, ελέγχω πιο προσεκτικά, βλέπω μια τσίχλα κολλημένη στο μπροστινό φτερό. Βρε, σκέφτομαι, να μια αηδία, κάποιος κάνει αστειάκια με το ποδήλατό μου! Πάω να βγάλω την τσίχλα, δεν ήταν τσίχλα, ήταν ένα σαλιγκαράκι, ελάχιστο, πολύ λιανό, άσπρο του όνυχα, κι είχε βγει ολόκληρο, άνοιγε και τις κεραίες του σιγά σιγά. Στο σβέρκο είχε δυο γραμμές καφέ. Ορίστε μας, και λαθρεπιβάτης, ταξίδεψε απ΄το Μπραχάμι στη Δάφνη πάνω στο πλαστικό φτερό, όπου σε κάθε τράνταγμα χτύπαγε το κέλυφός του τκ τκ τκ, μα δεν ξεκόλλησε επουδενί! Τώρα ο λαθρεπιβάτης βοσκάει στο γρασίδι. Είναι φανερό. Ήθελε κίνηση και κόσμο γύρω του αλλά και πιο πλούσιο κι ευρύχωρο πεδίο δράσης, έφυγε λοιπόν παράτολμα από την ξεραΐλα με το πρώτο οικολογικό μέσον που βρήκε μπροστά του και η μοίρα του άλλαξε προς το καλύτερο, ένα δήμο πιο πέρα, όπου μόνος του δε θα ΄φτανε ούτε σε μια ολόκληρη σαλιγκαρίσια ζωή!
Όμως κάτι για την ταχύτητα. Όλα είναι σχετικά, κι αν ένα ποδήλατο πηγαίνει σαν σαλιγκάρι σε σχέση με τα μηχανοκίνητα τροχοφόρα, ένα σαλιγκάρι που πηγαίνει με ποδήλατο, ορισμένως τρέχει με ιλιγγιώδη για τα δεδομένα του ταχύτητα. Νύχτα λίγο πριν απ΄τη Δάφνη άκουγα μες την ησυχία ένα τκ τκ τκ προερχόμενο απ΄το τιμόνι, κάπου εκεί. Κοιτάζω το φωτάκι, το κουνάω, τίποτα, δεν ήταν αυτό. Κοιτάω τα συρματόσχοινα, μπα, ούτε αυτά. Ούτε τα φρένα. Κι όμως σε κάθε μικρή αναπήδηση ακουγόταν τκ τκ τκ! Σταματάω στην πλατεία, ελέγχω πιο προσεκτικά, βλέπω μια τσίχλα κολλημένη στο μπροστινό φτερό. Βρε, σκέφτομαι, να μια αηδία, κάποιος κάνει αστειάκια με το ποδήλατό μου! Πάω να βγάλω την τσίχλα, δεν ήταν τσίχλα, ήταν ένα σαλιγκαράκι, ελάχιστο, πολύ λιανό, άσπρο του όνυχα, κι είχε βγει ολόκληρο, άνοιγε και τις κεραίες του σιγά σιγά. Στο σβέρκο είχε δυο γραμμές καφέ. Ορίστε μας, και λαθρεπιβάτης, ταξίδεψε απ΄το Μπραχάμι στη Δάφνη πάνω στο πλαστικό φτερό, όπου σε κάθε τράνταγμα χτύπαγε το κέλυφός του τκ τκ τκ, μα δεν ξεκόλλησε επουδενί! Τώρα ο λαθρεπιβάτης βοσκάει στο γρασίδι. Είναι φανερό. Ήθελε κίνηση και κόσμο γύρω του αλλά και πιο πλούσιο κι ευρύχωρο πεδίο δράσης, έφυγε λοιπόν παράτολμα από την ξεραΐλα με το πρώτο οικολογικό μέσον που βρήκε μπροστά του και η μοίρα του άλλαξε προς το καλύτερο, ένα δήμο πιο πέρα, όπου μόνος του δε θα ΄φτανε ούτε σε μια ολόκληρη σαλιγκαρίσια ζωή!