ΑΥΡΙΟ



«Αύριο μπορεί ν’ ανατιναχτούν
και τα δικά μας παπούτσια στον αέρα 
αύριο και τα δικά μας χέρια να σταυρωθούν στο αιώνιο
 
... μα μόλις φύγουμε
θα ανοίξουν άνεμοι ελευ
που αναδεύουνε το νου των ζώντων
ως το ύψος των θεριών
 






αύριο
που στους χτύπους της καρδιάς θα πλάθεται
μια αρμάδα άπιαστα πουλιά
μ’ ελιγμούς και φτερά
μέχρι την απογείωση του δικαίου

                                                                                     
 
τότε πρέπει να εφεύρετε άλλα όπλα για το σημάδι σας
δε θα μας φτάνουν τα σύγχρονα κράματα







 
τότε οι πύργοι των τιμών σας θα λιώνουνε αργά
και μόνοι πίσω απ’ τις στοίβες των φαρμάτων
θα παίζετε χαμένοι το σκυφτό
των κούφιων νομισμάτων…»
 
 

 Σωκράτης Ξένος  
14 Οκτ. 2011    fb

                                                                              φωτ: Coco




ΝΤΟΛΜΠΥ ΣΑΡΡΑΟΥΝΤ ΣΥΣΤΕΜ

Αυτές τις μέρες χρειαζόμουν κούρεμα κι είχα πάθει άρνηση.  Τριγύριζα έξω από το κουρείο, χαιρετιόμασταν με το Δον, αλλά δεν καθόμουν.  Στο μεταξύ μια έμμονη ιδέα ν΄ αφήσω πάλι τα μαλλιά μου μακρυά, τριγύριζε στο μυαλό μου με το επιχείρημα, ότι θα είναι ωραία να τ΄ανεμίζει το αεράκι.  Αμέσως ερχόταν ο αντίλογος, ότι αν μακρύνουν, θ΄αναγκαστώ για πρακτικούς λόγους να τα πλέξω κοτσίδες, κι έπειτα το πιθανότερο θα τις τραβάω, επομένως δεν γλιτώνω το κούρεμα.  

Το καθυστερώ ωστόσο, γιατί περιμένω κιόλας να μακρύνουν λίγο, ώστε να διορθωθεί η λάθος ψαλιδιά. Επειδή κάποια στιγμή μού εκνεύρισε το Δον μια φωνακλού, του τάραξε το νευρικό σύστημα και κείνος, αντί να της κόψει την αλογοουρά, παίζει ένα φάλτσο σε μένα, χραπ! και φεύγει ένα 60% απ΄την κορφή στο πάτωμα.  Ευτυχώς εδώ στο Μπραζίου μακραίνει γρήγορα η τρίχα, παρατηρημένο, λόγω κλίματος.  

Στο μεταξύ το κλίμα διαταράχθηκε.  Όλη την προτελευταία βδομάδα του μήνα ψοφήσαμε στο κρύο.  Τέτοιο κρύο δηλαδή στο οροπέδιο ουδέποτε τέτοια εποχή, αρχή του καλοκαιρινού ωραρίου, να σφιγγόμαστε ημίγυμνοι και να γκρινιάζουμε φφφρ ίι ου, φφφρ ίι ου, αυτή είναι μια βραζιλιάνικη αντιμετώπιση, την οποία εμπέδωσα, όσο για μες στο σπίτι τυλίχτηκα καλά καλά ένα μπουρνούζι φλις, το οποίο είχε καταντήσει διακοσμητικό.  

Κατόπιν έπιασε απότομος καύσωνας ενώ συνεχίζεται το αυτόματο πότισμα.  Αποτέλεσμα μια ελεεινή ίωση που χτύπησε τον άμαχο πληθυσμό κι εμένα μαζί.  Βέβαια θα περάσει, τί να μου πει εμένα μια βρομοΐωση, αφού δεν με ξέκανε ακόμα το ελληνικό κράτος, αυξάνω τις πιθανότητες να γίνω άτρωτη.  Δεν με σκιάζει φοβέρα καμμιά.  

Τώρα ας πούμε, που γράφω περιμένω να κόψει η βροχή να βγω. Πάλι βέβαια θα γυρίζω με βρεμμένο κώλο γιατί δεν έχω προκάνει να βάλω ένα φτερό, που τί να μαζέψει, τα πολλά πολλά. Αλλά άμα έχει μόλις βρέξει ή ψιλοβρέχει είναι όμορφα, εκτός που εκνευρίστηκα σαν πέρασα από τα καμμένα, πάει το άρωμα πάει η ομορφιά, πάνε όλα, τρομερές φωτιές εδώ γύρω επί τέσσερις μέρες, τέλος εποχής της ξηρασίας, σε προστατευόμενες εκτάσεις και δρυμούς, για να τσιμεντώσουν μετά, την ψυχή τους την τσιμεντωμένη, κι εγώ αρχικά δεν πήρα είδηση γιατί παρακολουθούσα τί γινότανε στην ΔΕΘ, μου μύρισε καμμένο και πνιγόμουν, μωρέ, σαν να είμαι εκεί, όχι, δεν ήμουν εκεί, ήμουν εδώ και καιγόταν ο κώλος μου ντόλμπυ σαράουντ σύστεμ, λίγο πριν βραχεί, καθώς προείπα.

CHOCOLATE REAL JÁ!

Έτρωγα ηδονικά ένα παγωτό με πραγματική σοκολάτα, πλεονασμός το ηδονικά, πώς αλλιώς τρώγεται ένα παγωτό, πλεονασμός και το πραγματική, ή είναι σοκολάτα ή δεν είναι, όμως να με συγχωρήσουν οι φιλόλογοι, αλλά πώς θα επικοινωνήσουμε τώρα δω πέρα, που έμεινε άνεργη η κυριολεξία, δεν φταίει άλλος παρά εμείς, που σολοικίζουμε ασυστόλως, γευόμενοι οπωσδήποτε ηδονικά τάχα μου παγωτά και τάχα μου σοκολάτα.

Έτρωγα λοιπόν το παγωτό σοκολάτας, όταν εμφανίζεται ένας αλαφιασμένος, δική σας είναι η άσπρη μπεεμβέ;  Μμμ, όχι, (σλλππ), η δική μου είναι εδώ, δείχνω με το κουταλάκι, γυρίζει μηχανικά και βλέπει τη Σκουπιδιάρα.  Από το απερίγραπτο βλέμμα του εννόησα, ότι θα μπορούσε να ήταν το τελευταίο παγωτό της ζωής μου, μάλιστα μισοφαγωμένο, αλλά ευτυχώς βιαζόταν.
 
Αγαπά ό, τι κάνει 
  
Θα μ΄ έπνιγε ακόμη κι αν του εξηγούσα, παρντόν, παρεξήγησις, μηδέν ειρωνεία, μα τώρα που το σκέφτομαι, ίσως πάλι να μην γλίτωνα, άμα σ΄ έχει κλείσει η μπεεμβέ και πνίγεσαι, θολώνει το μάτι.  Δεν θα με πίστευε ακόμα κι αν του απαριθμούσα τις λιβιδικές θύελλες που προκαλεί η Σκουπιδιάρα σε κάθε της βόλτα, τις οποίες θ΄αρχίσω πια να τις σημειώνω σε καλπέν, δεν λέω μπλοκάκι γιατί δημιουργεί αντιερωτικούς συνειρμούς.  Κι αν είχε περιέργεια κι υπομονή, θα του πρότεινα να περάσουμε από ένα όποιο βενζινάδικο να δει μόνος του, σε ποια θα τσακιστούν να βάλουνε αέρα, στην μπεεμβέ ή τη Σκουπιδιάρα; 


 
Ipê

Όμως τί να κάθεσαι να εξηγείς, να λιώσει και το παγωτό!