ΔΕΝ ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΩ ΤΙΠΟΤΑ

Κάτι βρωμάει περισσότερο από το καμμένο και τα ληγμένα δακρυγόνα. Ζω στο κέντρο της Αθήνας από τότε που γεννήθηκα και ποτέ δεν το σκέφτηκα να κυκλοφορήσω οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας, ποτέ δεν φοβήθηκα να περάσω βράδυ πεζή από την Ομόνοια, το Σύνταγμα ή τα Εξάρχεια, ακόμη και σε μέρες έξαρσης επεισοδίων. Ναι, συνέβαιναν διάφορα, αυτοκίνητα παγιδεύονταν, γραφεία καίγονταν, τζάμια έσπαγαν και υπήρξα μάρτυρας επιθέσεων ομάδων με μολότωφ και δοκάρια στο Τμήμα, επειδή το μπαλκόνι μου ήταν ένα δρόμο παρακάτω στον πρώτο όροφο. Είναι γνωστό, ότι οι καταστηματάρχες στα Εξάρχεια εδώ και χρόνια έχουν βάλει ρολά ασφαλείας αλλά και ότι η πλατεία και η γύρω δρόμοι έχουν ζωή από το πρωί ως τουλάχιστον τις τρεις τη νύχτα. Πάντα υπήρχαν τοξικομανείς, των οποίων η ηλικία κατέβαινε ολοένα, θυμάμαι ένα παιδάκι να έχει κλείσει την κίνηση στη Σολωμού, όρθιο, χαμένο, μια σκελετωμένη σκιά. Θυμάμαι στην Εμμανουήλ Μπενάκη τον μπακάλη να τους δίνει λεμόνι και κουτάλι, θυμάμαι να μου ζητάνε ωραία παιδιά την ταυτότητά μου για να πάρουν μια σακκούλα υπνωτικά από το φαρμακείο. Ο Δήμος φρόντισε για την πλατεία, την ανέπλασε τάχα και έστησε μια χονδροειδή ψηφιακή πινακίδα με προτροπές, Προστατέψτε το περιβάλλον. Βέβαια κάποιοι προστατεύουν αυτό το περιβάλλον της απόγνωσης.
Τα συνθήματα στους τοίχους της περιοχής και οι αφίσες ήταν πιο πλούσια και ποικίλα από παντού. Ξεχωρίζω ένα που έβλεπα για χρόνια στον πεζόδρομο της Μεθώνης, Δεκαπέντε χρονών νεκρός κι ο αλήτης ο μπάτσος καθαρός. Τη δεκαετία του ΄80 θυμάμαι πολλούς πανκ, τα λεγόμενα φρικιά με τα πορτοκαλί και μπλε όρθια μαλλιά και τις παραμάνες να πίνουν μπύρες, έπειτα οι πανκ εξαφανίστηκαν, το σκηνικό έγινε κάπως πιο gothic/black σαν αντίστιξη στην άσπρη σκόνη, τα άσπρα χάπια και τις άσπρες νύχτες. Ξέχασα. Πολύ πριν την ανάπλαση της πλατείας, τοποθετήθηκαν κάμερες, πριν ακόμη γίνει οποιοσδήποτε λόγος γενικότερα για κάμερες, παράλληλα με τους κλασικούς μπάτσους με πολιτικά που έπιναν τον καφέ τους υποτίθεται απαρατήρητοι, και κάποτε ομάδες ειδικών φρουρών στις γωνίες με καμουφλάζ εξάρτιση μηχανόβιων, πέτσινα μπουφάν και κράνη, βάρδιες για την παρακολούθηση μερικών γνωστών, που έπιναν ούζα στην πλατεία, προτού περάσουν το βράδυ τους χαριεντιζόμενοι στα κανάλια.
Από τον φραπέ στον φραπουτσίνο κι από τον Μιχάλη στον Αλέξη τι έχει αλλάξει; Ίσως το γεγονός ότι έχουμε εσωτερικεύσει το φόβο, την ανασφάλεια και την πίκρα, ότι η βρομιά βγήκε πια για τα καλά στον αφρό, ότι ακόμη κι αν δεν φοβόμαστε, παράλληλα δεν ελπίζουμε πια. Πάντα είχα την άβολη αίσθηση, πώς ό, τι κακό κι αν συμβεί σ΄αυτή τη χώρα, είναι σαν μια πετρούλα που προκαλεί λίγες αναταράξεις και ομόκεντρους κύκλους στα τηλεοπτικά νερά και κατόπιν εξαφανίζεται στο θολό βυθό. Τις τελευταίες μέρες οι πέτρες ήταν πολλές, αλλά η νάρκωση συνεχίζεται, θα το δείτε όσοι βλέπετε τηλεόραση, το άλλο σαββατοκύριακο. Και το παράλλο, όταν θα έχουμε δεχθεί αδιαμαρτύρητα μέτρα που θα ξεπερνούν τη φαντασία του Τζορτζ Όργουελ. Τον είχα διαβάσει, όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών και τα είχα θεωρήσει τότε, μια εποχή προ κινητών τηλεφώνων, υπερβολές, προϊόν της μελαγχολικής ιδιοσυγκρασίας του. Έλεγε ιδίως για την γλώσσα. Ότι οι λέξεις θα χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα για το αντίθετό τους. Κατόπιν ρώτησα έναν γέρο άγγλο καθηγητή, που είχε γνωρίσει τον Όργουελ στο βιβλιοπωλείο του στο Λονδίνο, και κείνος μου είπε ότι έτσι είναι και λίγα γράφει, θα το δω. Βέβαια ο καθηγητής είχε πιει πάλι πολλή μπύρα και σκέφτηκα, θα τα βλέπει διπλά...

ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΥΓΝΕΦΟ ΚΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΠΙΣΣΑ


Νωρίς το πρωί γύρισα με το ποδήλατο την Αθήνα. Από τα ξημερώματα είχαν βγει τα συνεργεία του Δήμου να καθαρίσουν τους δρόμους, στους οποίους είχαν μείνει τα σημάδια από καμμένους κάδους και αυτοκίνητα ενώ εργάτες κάλυπταν με φύλλα αλουμινίου ή κόντρα πλακέ ολοσχερώς κατεστραμμένα καταστήματα ή τράπεζες και με μάσκες στο πρόσωπο έβγαζαν έξω φορτία μ΄ αποκαΐδια. Στα ρείθρα και σε μερικά πεζοδρόμια είχαν απομείνει σωροί σπασμένα γυαλιά από μολότωφ ή θρύμματα τηλεφωνικών θαλάμων, στάσεων λεωφορείων ή βιτρίνων. Τα περισσότερα καταστήματα ήταν κλειστά, η κίνηση μέτρια, ο κόσμος λίγος και μουδιασμένος. Μια πόλη η σκιά του εαυτού της, εκείνου του ασυνάρτητου, του μπουκωμένου στο νέφος, του αγχώδους καθημερινού, του φωνακλάδικου, του συνηθισμένου αθηναϊκού εαυτού της.

Αλλά σήμερα ποιος είχε όρεξη για ο, τιδήποτε. Ήμουν ένα φάντασμα μεταξύ φαντασμάτων. Όλα σιωπηλά το πρωί και το βράδυ φωτιά, πέτρες και δακρυγόνα. Το πρωί στις συμβολές των μεγάλων οδών μια γεύση στάχτης. Δεν φωτογράφησα τίποτα, επίτηδες. Μόνο περνώντας μπροστά από την Εθνική Βιβλιοθήκη, την ταλαιπωρημένη από πλημμύρες, σεισμούς και την αμάθειά μας, τράβηξα μια πρόχειρη φωτογραφία με το κινητό. Το προαύλιο σπαρμένο θραύσματα μαρμάρου και γυαλιά, συνθήματα γραμμένα με σπρέι. Στο πίσω μέρος ένα απανθρακωμένο βαν. Στο Πανεπιστήμιο τα ίδια, μάρμαρα σπασμένα με λοστούς κι ένας κίτρινος σκύλος μισόκλεινε τα μάτια του απέναντι στον ήλιο μισοψεκασμένος με κόκκινη μπογιά.

Ταλαιπωρήθηκα να φτάσω στη Νομική. Δηλαδή το κουφάρι του κτιρίου, μαύρο, σφραγισμένο με φύλλα τσίγκου. Το οδόστρωμα και το πεζοδρόμιο κατά τόπους επικίνδυνο από γλιστερή μαύρη λάσπη και σκόρπια γυαλιά. Οι περιπτεράδες στην Ακαδημίας μάζευαν το εμπόρευμά τους μην καεί το βράδυ μαζί με το περίπτερο. Λίγα φύλλα εφημερίδων μόνο κρέμονταν με τίτλους όπως Ολοκαύτωμα και Τρόμος πάνω από μαυροκκόκινες φωτογραφίες.

Το Σύνταγμα, η Ερμού, το Θησείο, του Ψυρρή, η Ομόνοια, η Σταδίου, η Ακαδημίας, η Αλεξάνδρας... μια θλίψη. Τέτοια θλίψη, όση εκείνη των πυρπολημένων δασών του καλοκαιριού. Όση εκείνη των πόλεων της Ελλάδας, που έχουν παραδοθεί ταυτόχρονα σ΄ένα όργιο έμπυρης καταστροφής. Η Πατησίων κλειστή και τα Εξάρχεια... τα Εξάρχεια των νεανικών μου χρόνων τα έγλειψε μια τρελή φλόγα και τ΄ άφησε σκέτα μαύρα κόκκαλα. Το μόνο ζωντανό σημείο ένας λοφίσκος λουλούδια και κεριά, ο κόσμος καρφωμένος κι οι λέξεις άκυρες.

ΚΑΝΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ

Από το απόγευμα της Παρασκευής έως το απόγευμα του Σαββάτου διάβασα απνευστί το βιβλίο του Ισμαήλ Μπεά, Επιστροφή στη ζωή (A long way gone, 2007). O Ισμαήλ, σήμερα 27 ετών ζει στη Νέα Υόρκη, και στο βιβλίο του περιγράφει το πώς επεβίωσε μέσα στις τραγικές συνθήκες του εμφυλίου πολέμου στη Σιέρα Λεόνε από τα 12 ως τα 15 του χρόνια. Ο πόλεμος αυτός χαρακτηρίζεται στην καθομιλουμένη μέσα στο βιβλίο ως "τρέλα", και από αυτήν την τρέλα γλίτωσε ο Ισμαήλ, χάνοντας την οικογένειά του και αρκετούς φίλους, αλλά και την παιδική του ηλικία, στρατολογημένος στρατιώτης, που υπέστη πλύση εγκεφάλου για να σκοτώνει αδίστακτα υπό την επήρεια ναρκωτικών και ταινιών τύπου ράμπο, μαζί με άλλα παιδιά, ηλικίας 7 έως 17 ετών.
Διαβάζοντας το βιβλίο σκέφτηκα έναν ορισμό, άνθρωπος είναι ένα ον που αφηγείται. Ο Ισμαήλ αφηγείται, ακολουθώντας την παράδοση των συμπατριωτών του, που αγαπούν την εξιστόρηση διδακτικών ή αστείων παραβολών, κι είναι αυτή η αφήγηση το βαμβακερό νήμα που τον κρατάει δεμένο με τη βασανισμένη του χώρα αλλά και ο μίτος με τον οποίο ξαναβρίσκει το ανθρώπινο πρόσωπό του.
"Πρέπει να κοπιάσουμε για να γίνουμε σαν το φεγγάρι". Ένας γέρος στο Καμπάτι επαναλάμβανε συχνά αυτήν την φράση σε όσους περνούσαν μπροστά από το σπίτι του πηγαίνοντας στο χωράφι τους ή στο ποτάμι για να φέρουν νερό, να κυνηγήσουν ή να συλλέξουν χυμό από τους φοίνικες.
Θυμάμαι που είχα ρωτήσει τη γιαγιά μου τι εννοούσε ο γέρος. Μου είχε εξηγήσει ότι με αυτήν τη φράση υπενθύμιζε στους ανθρώπους να συμπεριφέρονται πάντα με τον καλύτερο τρόπο και να είναι καλοί με τους άλλους. Είχε πει ότι οι άνθρωποι διαμαρτύρονται όταν έχει πολύ ήλιο και κάνει ανυπόφορη ζέστη, αλλά κάνουν το ίδιο και όταν βρέχει πολύ ή όταν κάνει κρύο. Όμως κανείς δεν γκρινιάζει όταν λάμπει το φεγγάρι. Τότε όλοι είναι ευτυχισμένοι και ο καθένας με τον τρόπο του εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στο φεγγάρι. Τα παιδιά παρατηρούν τις σκιές τους και παίζουν στο φως του, οι άνθρωποι μαζεύονται στην πλατεία, λένε ιστορίες και χορεύουν όλη τη νύχτα. Πολύ όμορφα πράγματα συμβαίνουν όταν λάμπει το φεγγάρι. Αυτοί είναι κάποιοι από τους λόγους, για τους οποίους θα έπρεπε να θέλουμε να γίνουμε σαν το φεγγάρι.
(...) Αφού έμαθα γιατί θα έπρεπε να κοπιάσουμε για να γίνουμε σαν το φεγγάρι άρχισα να το παρατηρώ προσεκτικά. Κάθε νύχτα, όταν έβγαινε στον ουρανό το φεγγάρι, ξάπλωνα στο χώμα έξω από το σπίτι και το κοιτούσα σιωπηλός. Ήθελα να ανακαλύψω γιατί ήταν τόσο ελκυστικό και λατρευτό. Μαγεύτηκα από τα διαφορετικά σχήματα που έβλεπα μέσα του. Κάποιες νύχτες έβλεπα το κεφάλι ενός ανθρώπου. Είχε κοντή γενειάδα και φορούσε ναυτικό καπέλο. Άλλοτε έβλεπα έναν άνδρα να κόβει ξύλα με το τσεκούρι του και μερικές φορές μια γυναίκα να νανουρίζει ένα μωρό στην αγκαλιά της. Τώρα, όποτε έχω την ευκαιρία να παρατηρήσω το φεγγάρι, βλέπω ακόμα εκείνες τις εικόνες που έβλεπα στα έξι μου και με ευχαρίστηση συνειδητοποιώ ότι αυτό το κομμάτι της παιδικής ηλικίας μου παραμένει ζωντανό μέσα μου". (σελ.35-36, εκδ. Κέδρος 2008, μετάφρ. Δημ. Μιχαήλ).
Τελειώνοντας το βιβλίο δεν είδα κανένα φεγγάρι πάνω απ΄την Αθήνα, παρά έναν άγριο χορό φωτιάς γύρω από το σώμα ενός δολοφονημένου έφηβου.
Καλή αντάμωση, Αλέξη.