
Picasso, Nature morte pot, verre et orange, 1944
Σήμερα είπα ν΄αφήσω την αποδόμηση στη γλώσσα και τη φιλοσοφία και ν΄ασχοληθώ με την αποδόμηση της φόρμας και της εικόνας. Έτσι πήγαμε με την φίλη μου την Sulpice και την κόρη της στην έκθεση του Ιδρύματος Θεοχαράκη και είδαμε Μονέ, Λεζέ, Πικάσο, Τανγκί, Υβ Κλάιν, Έρνστ και άλλους, ζωγραφική, μερικά γλυπτά και κάτι μοντέρνες συνθέσεις. Τα πράγματα κύλησαν ευχάριστα στις δύο πρώτες αίθουσες, όπου μου άρεσαν τα περισσότερα έργα, ακόμη κι ένα, το οποίο κοιτώντας το από μακριά, νόμισα αρχικά, ότι ήταν ο πίνακας με τα ηλεκτρολογικά του ορόφου.
Κατεβαίνοντας στον πρώτο όροφο από τον δεύτερο, βλέπω κόσμο μαζεμένο με σοβαρό ύφος γύρω από έναν τύπο με σοβαρότατο ύφος, που μιλούσε δυνατά, και δίπλα του στεκόταν ένας άλλος, που είχε καταπιεί την ομπρέλα μιας κυρίας που κοίταζε με αγωνία από δω κι από κει μήπως την βρει. Όλοι είχαν ένα αυστηρότατο βλέμμα σε απόλυτη αντίθεση με τον μοντέρνο ή ποπ χαρακτήρα των εκθεμάτων. Κι εγώ επίσης ήμουν ένα ποπ έκθεμα, διότι φορούσα στην πλάτη το σακκίδιο και στο κεφάλι το κράνος, και διατελούσα υπό παρακολούθηση των φυλάκων, οι οποίοι δεν με άφησαν πια καθόλου απ΄τα μάτια τους, όταν έπιασα να ξεφυλλίζω το βιβλίο των επισκεπτών. Τότε μάλιστα πλησίασαν με κυκλωτικές κινήσεις και ανήσυχο βλέμμα, καθώς εγώ διάβαζα τις τρεις τέσσερις πρώτες σελίδες εγκώμια για τον ξεναγό και μετά δεν είχε άλλο σχόλιο.
Από εκείνη την αίθουσα μου άρεσαν μόνο δύο έργα, μια λαμαρίνα και ένα μπλέ τετράγωνο, αλλά καθώς είμαι ευγενικό άτομο θέλησα να τιμήσω με μια εικαστική παρέμβαση το βιβλίο των επισκεπτών. Ψάχνω στο σακκίδιο, βγάζω την πένα μου και την δείχνω στην Sulpice, λέγοντάς της, κοίτα, ξέρεις τι είναι αυτό; Ένα όπλο! Αλλά εκείνη μου έλεγε, πάμε να φύγουμε, γιατί έβλεπε τους φύλακες να κοντοζυγώνουν. Όχι, της λέω, περίμενε, έχω ένα σχόλιο. Φτιάχνω λοιπόν μονοκοντυλιά μια τύπου αμοιβάδα με κάμποσα δάχτυλα, δυο μύτες και τρεις κύκλους και σημειώνω τίτλο, "ο ξεναγός", επίσης τ΄όνομά μου και ημερομηνία, μόνο που έγραψα 08, και το κοριτσάκι δίπλα μου είπε, όχι, 09, τραβάω μια γραμμή πάνω από το 8 και γράφω δίπλα 9. Ένας νεαρός θαύμαζε το έργο, την αηδία, τι ωραίο είπε, κι ένας κύριος αδημονούσε να γράψει σχόλιο, αλλά επειδή το καλλιτέχνημά μου χρειάστηκε κάπου ένα λεπτό να αποτυπωθεί, νευρίασε κι έφυγε.
Βγήκαμε κατρακυληδόν από τις σκάλες και με την άκρη του ματιού μου έπιασα τη μύτη των φυλάκων κολλημένη στο αριστούργημά μου. Η Sulpice είχε φύγει τρομοκρατημένη πριν το τελειώσω, αλλά την ξανάστειλα να το δει για να έχει πλήρη άποψη αλλά και για να το φωτογραφήσει να το δείτε και σεις. Όμως ναι μεν ανέβηκε, μα έριξε γρήγορα μια ματιά και κατέβηκε πάλι. Το κλίμα στην αίθουσα μοντέρνας τέχνης είχε βαρύνει δραματικά!
Όχι μόνο το διασκέδασα, είμαι και γεμάτη αδίσταχτη έμπνευση! Κατά πρώτον αποδόμησα τον ξεναγό και το κοινό του. Έπειτα είδα ένα πινακάκι, για το οποίο στην αρχή αδιαφόρησα, μα μετά κόλλησα, μια μικρή φύση με ποτήρι, πορτοκάλι και κανάτα του Πικάσο, το οποίο ήταν σα να μου έλεγε προσωπικά, αυτή η πινελιά μου ξέφυγε, γιατί βιαζόμουν για κατούρημα και δεν πήγαινα, μη στεγνώσουν τα χρώματα! Τι είναι αυτά που λέτε, και ακούνε και σοβαροί άνθρωποι, του ψιθύρισα. Ε, και; Μετά περίσσευε και μπόλικο άσπρο και το πασάλειψα κυκλικά και πεταχτά, πλατς πλάτς, έτσι στα γεμάτα, που ήμουν πάντα πληθωρικός άντρας, να φαίνεται και σε τούτο το μικρό πίνακα που έφτιαξα για το γούστο μου, αλλά πράσινο δεν είχα πολύ και άφησα κάτι μικρά κενά, αν και το άπλωσα με γενναίες άτσαλες πινελιές. Όλα τούτα βέβαια δεν φαίνονται καλά σε μια φωτογραφία, γι΄αυτό είναι καλύτερα που τα είδες από κοντά, μόνο τράβα λίγο πιο πίσω τη μύτη σου! Μετά βέβαια έφαγα το πορτοκάλι, σχεδόν και τα φλούδια, γιατί το φαΐ τότε ήταν λίγο. Όμως μ΄αρέσει αυτή η ελαιώδης πίκρα της φλούδας του πορτοκαλιού, όπως και να ΄χει.
Μπορεί ο πίνακας να μου έλεγε απαράδεχτα πράγματα, όμως προτίμησα να ακούσω αυτόν, αντί τον ξεναγό. Αργότερα θυμήθηκα την Guernica, και βρέθηκα στην αντιπολεμική διαδήλωση. Αλλά προτιμώ την μικρή φύση με πορτοκάλι του ΄44, από την Guernica. Κυρίως γι΄ αυτό το πορτοκάλι στη μέση.