Από χθες το βράδυ μέχρι πριν λίγο το νετ πήγαινε βαρυφορτωμένο σαν τριαξονικό στην Εθνική ως το πρώτο μπλόκο και μετά ο οδηγός κατέβαινε να στρώσει την κράμπα απ΄τ΄αριστερό του πόδι. Επίσης έβρεχε. Γύρω μου στεγνώνουν ακόμη τσάντα, παπούτσια, κράνος, γάντια και δύο βιβλία, ένα με μαλακό κι ένα με σκληρό εξώφυλλο.
Πρώτα έμεινα λίγο σ΄ένα υπόστεγο, κατόπιν σ΄ένα σουβλατζίδικο. Έξω γκρεμιζόταν το σύμπαν, κι εγώ με μια μπύρα στο ένα χέρι και το κράνος στο άλλο κοίταζα απ΄ το τζάμι το ποδήλατό μου να παριστάνει το σουρωτήρι, διαμέσω του οποίου περνούσε ένας χείμαρρος θολού νερού κατεβάζοντας οικοδομικά υλικά, μέσα ένας κύριος με πίπα και μούσι ανάμεσα σε κείνον και την γυναίκα του δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα τώρα είμαστε σ΄ένα ορεινό καταφύγιο, πάω να φέρω το καλό κονιάκ, τελικά πιάσαμε κουβέντα για μια ταινία που είχαν μόλις δει, κι όταν κόπασε λίγο η μπόρα, εγκαταλείψαμε το καταφύγιο. Εγώ απέρριψα όλα τα εναλλακτικά σενάρια, και πήρα, εννοείται το ποδήλατο, αφού σκούπισα για τα προσχήματα τη σέλα.
Τι αστραπές ήταν εκείνες! Το φως έσκαγε γύρω μου σαν να ήμουν εγώ η ίδια ένα πυροτέχνημα. Βροντές, εκρήξεις, άνεμος, το κεφάλι στα σύννεφα και ποδήλατο στην καρδιά του κεραυνού! Μόνο στην Κέρκυρα είχα κάνει άλλοτε τέτοιο ποδήλατο μέσα στα στοιχειά της φύσης! Κι όταν δυνάμωσε η νεροποντή, κολυμπούσα πλέον στην αττική νυχτερινή θάλασσα, με πλήρη χαλαρότητα.
Στο Καλλιμάρμαρο ένα ταξί από απόσταση έστειλε πάνω μου έναν αιφνίδιο καταρράκτη, που με έλουσε από κορφής και μπήκε μέσα από τα ρούχα, αλλά δεν ενοχλήθηκα, γιατί ως γνωστόν μια σταγόνα νερού δεν ενοχλείται από τις άλλες σταγόνες, μόνο με του λαδιού δεν τα πάει τόσο καλά, όμως ας κρατήσει η καθεμιά την θέση της, να τελειώνουμε με τα διπλωματικά θέματα και να χαρούμε τη βροχή.
Οι εύζωνοι είχαν κρυφτεί σαν τα περιστέρια στα κουβούκλια. Λίγος κόσμος στα υπόστεγα των ξενοδοχείων, σκύλος ούτε ένας. Μόνο μια μουρλή έπλεε στ΄ανοιχτά με ποδήλατο. Στο Χημείο ησυχία. Η πιάτσα αποκατεστημένη, κόκκινες μπότες και άσπρες ομπρέλες, οι ματατζήδες βαριεστημένοι, έκανα οχτάρια γύρω απ΄την κλούβα και πήγα στο περίπτερο. Τα νερά έσταζαν απ΄το κεφάλι μου, δεν έβλεπα τον περιπτερά, το πάνινο σακίδιο ένα σφουγγαρόπανο.
Σκεφτόμουν κάτι για την παλαβομάρα. Ένας παλαβός δεν βρίσκει κατανόηση σχεδόν πουθενά. Όλοι τον κοιτάνε, όπως κοιτάει ο περιπτεράς εμένα όταν ψάχνω κανένα στεγνό χαρτονόμισμα να του δώσω. Γυρεύουνε λοιπόν πάντα μια αδελφή παλαβή ψυχή, να πούνε τον πόνο τους. Εγώ πάλι δεν έχω πόνο, μόνο βρεμμένα ρούχα. Τα βρεμμένα ρούχα στεγνώνουν. Όμως το μυαλό μου κινδυνεύει κάθε μέρα να γίνει πουρές, άντε να πήξει μετά πάλι.
Ενόσω ο καφετζής ετοιμάζει έναν καφέ με το ύφος του περιπτερά που προανέφερα, έρχεται ένας και ρωτάει να μάθει τι λέει απάνω η μπλούζα μου. Αφού λύνουμε το θέμα, συνεχίζει λέγοντας, ότι το υψίστης σπουδαιότητας αποκρυφιστικό βιβλίο Necronomicon υπάρχει όντως, και ο ίδιος έχει μια έκδοσή του. Παράλληλα με κοιτάζει με έντονο βλέμμα να με υπνωτίσει! Του λέω φίλε, το βιβλίο αυτό είναι μια μούφα του Lovecraft... τι ήτανε να πω Lovecraft! Εκστασιάζεται, τα χάνει λίγο, τώρα αρχίζω να τον υπνωτίζω εγώ, αλλά όχι λέει, δεν είχε ο Dee στην βιβλιοθήκη του ένα; Μα όπως και να ΄χει, απαντώ, κάηκε! Ποιος, ο Dee; Όχι, καλέ, η βιβλιοθήκη του! Ααα! Επίτηδες κάψανε το σπίτι του για να εξαφανιστούν τα μαγικά του βιβλία! Συνομωσία! Μα αφού βρε, κάηκε όλο το Λονδίνο! Στα βιβλία του Dee θα κολλήσουμε; Κι όμως το Νecronomicon υπάρχει! επέμενε. Ε, καλά, ίσως να έχει βγει μια συλλογή με ξόρκια και να την ονομάσανε έτσι, σύμφωνα με τον μύθο του Lovecraft, αλλά πάλι δεν αναφέρεται τέτοιος τίτλος στον κατάλογο της βιβλιοθήκης του Dee! Τελοσπάντων, τι ΄ναι αυτό, το Άγιο Δισκοπότηρο, τόσες σολωμωνικές περιφέρονται για όποιον έχει κάψα... Έχεις, λέει, πάει στο τάδε παλαιοβιβλιοπωλείο; Μμμ, ναι κάτι χρόνια πριν... Ε, ε; Και πώς σου φάνηκε; Τι να σου πω, δεν έμεινα πολύ, γιατί παραείχαν κατουρήσει μέσα οι γάτες και βγήκα γρήγορα να πάρω αέρα! Θαυματουργό όμως το κατρουλιό της γάτας, άμα μάλιστα είναι ασπρόμαυρη και κατουράει στη χάση... Κάπου εκεί χάθηκε ο τύπος κι ησύχασα και γω.