Το απόγευμα ανέλαβα το μεγάλον έργον της πλύσεως του ποδηλάτου. Αυτό δεν ήταν ποδήλατο, ήταν γιαπί καμμένο και χωματερή μαζί. Αν και το πρόβλημα δεν είναι να το πλύνω, είναι να το ανεβάσω στον πέμπτο από την εξαιρετικά στριμωγμένη είσοδο του μικρού ασανσέρ. Αφού λοιπόν του έβαλα πρώτα ν΄ακούει Albinoni, να χαλαρώσει, το έλουσα, το έτριψα, το στέγνωσα, το λάδωσα, το μύρωσα, το έσφιξα, του φούσκωσα τα λαστιχάκια, το γυάλισα και το καμάρωσα, του φόρεσα ένα φωτάκι, φόρεσα κι εγώ το κράνος και πήρα δρόμους νυχτερινούς.
Από το πρωί δεν ένιωθα πολύ καλά, είχα έναν πονοκέφαλο, ο οποίος όμως μέχρι να φτάσω στην Κηφισιά, όπου ήπια κι έναν καφέ, μου πέρασε ανεπιστρεπτί. Ο λόγος που αποφάσισα να πάω εκεί, οφείλεται στους αλητόγατους, που μαζί με τους βιπί και άλλους πωρωμένους, και λίγο σας λέω, ποδηλάτες, θα συγκεντρώνονταν στο σταθμό για ένα "κατηφορικό ride". Αφού λοιπόν μας έχει πάρει η κατηφόρα γενικώς, ας κατηφορήσουμε και με τα ποδηλατάκια, για να μην στεκόμαστε στο δυσάρεστο μέρος των πραγμάτων.
Στην Κηφισιά είχα να πάω αιώνες γενικώς και με ποδήλατο ειδικώς. Έκανα τη διαδρομή Αθήνα-Κηφισιά καρφωτά σε 45 λεπτά ακριβώς με χαλαρό πετάλι. Στο ύψος του άλσους Συγγρού ένιωσα παράξενη την ατμόσφαιρα (το οξυγόνο με χαλάει), επίσης άκουσα κάτι κρότους, παφ παφ κκκρτττ παφ απέναντι, αμάν λέω, πάλι μολότωφ και κροτίδες, αλλά όχι, ήταν πυροτεχνήματα, προφανώς προς τιμήν μου, λίγο πριν κόψω το νήμα του τέρματος!

Στο σταθμό μαζευτήκαμε τριαντατόσοι ποδηλάτες. Ο θάνατος του γιωταχί! Τρόμος στην Κηφισιά! Κατεβήκαμε από την κάτω πλευρά, φωτάκια στο σκοτάδι, κοντά στη διαδρομή του τρένου, πολλών ειδών ποδήλατα, MB, υβριδικά, κουρσάκια, σπαστά και τρία BMX που κάνανε καγκουριές. Ένα κουρσάκι έπαθε λάστιχο κοντά στον Περισσό και σταθήκαμε δίπλα σε μια pub με μουσική. Μπήκαμε δυο τρεις για μπύρα κι ο κόσμος κοιτούσε σαν να είχαν κατεβεί εξωγήινοι (φορούσα το κράνος). Η σαμπρέλα αλλάχτηκε, το σκισμένο λάστιχο μαζεύτηκε με ...σελοτέιπ, λίγο πιο κάτω έσκασε κι ένα BMX, αλλά κάποτε φτάσαμε Θησείο, κάποιοι έφυγαν κι οι υπόλοιποι αράξαμε τα οχήματα μπροστά σε άλλη pub με μουσική και παραγγείλαμε μπύρες ιρλανδικές μαύρες, ξανθές και κόκκινες.

Εφτά πεταλάκια προσφέρθηκαν να με πάνε σπίτι να μην κυκλοφορώ στις τρεις μόνη μου, κι έτσι η Κοκό και οι Εφτά Ποδηλάτες πήραμε την ανηφόρα, τους λέω, ρε παιδιά, φτάνει, μην ανεβαίνετε, αλλά δεν τους χάλαγε, και ως ευγενείς ιππότες αλητόγατοι με συνόδεψαν στους πρόποδες του πύργου. Τους ευχαριστώ για την παρέα και τη βόλτα, το χρειαζόμουν να συνέλθω από την τρομερή πίεση των ημερών.