Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΔΗΛΑΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΔΗΛΑΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΗΣΗ

Την προηγούμενη βδομάδα με χτύπησε η πόρτα ενός ταξί στην Ακαδημίας. Σταματάει ξαφνικά αριστερά μου μες τη μέση, γινόταν χαμός από την κίνηση, ανοίγει η πίσω πόρτα, την βλέπω που ανοίγει, βγάζω μια καλή γκαριξιά, αλλά ο βιαστικός απομέσα δίνει δεύτερη ώθηση και χαριστική, και πετάει ανενδοίαστα την πόρτα διάπλατα πλέον, ούτε που κοίταξε, ούτε που πήρε χαμπάρι, πού είστε κύριε, στο χωράφι σας και πετάτε πόρτες, να μας σκοτώσετε λίγο πριν την Όπερα;
Δεν προλαβαίνω λοιπόν πια τίποτα, με πιάνει η άκρη της πόρτας γόνατο, χέρι, δεν καταφέρνω ισορροπία, πέφτω δεξιά, ευτυχώς ανάμεσα στο περίπτερο και τα κάγκελα του καγκελάριου, βγαίνει ο περιπτεράς απ΄το πορτάκι, μένει το ταξί σταματημένο, μένει κι ο επιβάτης να με κοιτάει, ρωτάει αν είμαι καλά και τα λοιπά, έχω τσαντιστεί, καλά είμαι του λέω, στρέφομαι στο κυκλοφοριακό χάος και φωνάζω σοπράνο, γαμώ τα ταξί!!! Μούγγα ο ταξιτζής, η φωλιά του λερωμένη.
Πονούσα κανά δυο μέρες αλλά εντάξει. Βέβαια η Sulpice με την οποία είχαμε ραντεβού για καφέ πιο κάτω με παρέλαβε στα κακά χάλια και συρθήκαμε σε μια γνωστή μας καφετέρια, όπου η κοπέλα εκεί μου έφερε κάμποσο πάγο στο Πανοπτικόν των καπνιστών που καθήσαμε. (Πανοπτικόν= ειδική γυάλα κοινωνικού διαχωρισμού επιβλαβών στοιχείων. Αντιστρόφως ανάλογη σχέση μικρού εμβαδού και μεγάλης πληθυσμιακής πυκνότητας).



Όμως κάτι δεν πήγαινε καλά και με το ποδήλατο. Ο πίσω τροχός έπαιζε και κόλλαγε στο φρένο. Μόλις δε που είχα αλλάξει σαμπρέλες και λάστιχα μετά από κάποια ταλαιπωρία, δηλαδή πρώτη του μηνός για τον καλό μήνα, τσφφφ, κόβει το μπροστινό ένα γυαλί, το αλλάζω και κατόπιν διαπιστώνω, ότι έχανε και το πίσω απ΄τη βαλβίδα, βάζω και καινούργια λάστιχα επί τη ευκαιρία, γιατί τα άλλα μέσα σε τρισήμισι μήνες είχαν βγάλει μαλλιά, ραγάδες και κοψίματα.
Το ωραίο ήταν πως ήθελα να κάνω και το μάστορα. Πρόσεξα κάτι ακτίνες χαλαρές και πήρα τον ακτινολόγο να ακτινολογήσω! Στην είσοδο της πολυκατοικίας ξημερώματα Σαββάτου, ο κόσμος έμπαινε και έβλεπε μια γνωστή πια ποδηλατομανή, ανίατη περίπτωση, σε εμφάνιση νεγκλιζέ με τα χέρια όλο γράσο, να σκαλίζει το ποδήλατο ίσια κι ανάποδα και να βγάζει και να βάζει την πίσω ρόδα.
Αποτέλεσμα; Συν ένα! Δηλαδή τα έκανα χειρότερα. Ο τροχός δεν ευθυγραμμιζόταν με τίποτα και επιπλέον κόλλησε εντελώς πάνω στα φρένα, σε σημείο ν΄ αναρωτιέμαι, πώς θα το σύρω ως τον ποδηλατά. Είναι πάντως αλήθεια, ότι χρειάζομαι ένα σταντ, γιατί αλλιώς δεν γίνεται μια σωστή δουλειά. Άραγε σε πια δυσθεώρητα ύψη μαστροχαλασιάς θα έφτανα αν είχα και το σταντ, εκτός από τον ακτινολόγο, που τον είχα αγοράσει για να μάθω λέει να κάνω ακτινολόγηση!
Ο Μήτσος στις τρεις και το μεσημέρι (έκλειναν τέσσερις) είδε τον τροχό και αναφώνησε, πα πα πα! Δεν βλέπεις;;; κάνει οχτάρια! (Εγώ έβλεπα). Πήγαινε να κλαφτείς στο αφεντικό μέσα να έρθει να στρώσει τη ζάντα, μάλλον στράβωσε! Έρχεται ο αρχιμάστορας, κάνει μια ακτινολόγηση, λέει του Μήτσου: Πφ! Εντυπωσιάστηκα! Ο δε Μήτσος έχει ένα καλό, είναι καλός μάστορας, κι ένα κακό, αγχώνεται. Ένας άλλος βοηθός, του είπε μια φορά, ψυχραιμία, μωρέ, κι εκείνος ούρλιαξε, αν ήμουν ψύχραιμος δεν θά΄μουνα ο Μήτσος!
Ελπίζω, ότι τελικά δεν έχει πάθει τίποτα η ζάντα ή το πίσω πηρούνι. Η αλήθεια είναι, ότι εκτός από το πέσιμο εξαιτίας του ταξί, έχω περάσει και αρκετούς λακκουβόδρομους. Πάντως μετά την ακτινολόγηση πηγαίνει καλά. Κι εκεί που έφευγα από τον ποδηλατά, αφού του παρήγγειλα και φτεράκια για τη βροχή, άρχισε να βρέχει.
Τότε συνάντησα έναν τύπο, που έχω δει συχνά σε βόλτες ποδηλατικές αλλά είχα αρχίσει να πιστεύω πως είναι μουγγός. Στέκεται κιόλας ώρες ακίνητος και θυμίζει σφίγγα. Τον χαιρετάω και τότε, ναι, απίστευτο, μίλησε! Είχε φωνή! Ότι να προσέξω, γιατί με την χαζουλοβροχή, ο δρόμος έγινε σκέτη γλίτσα με λάδια και γλιστράει του θανατά. Είπαμε και κάτι επιστημονικά για λάστιχα και χωρίσαμε.
Αποφάσισα να καθίσω για καφέ, να διαβάσω και να περιμένω να στεγνώσει ο δρόμος. Μετά από λίγο βλέπω τον τύπο στην άλλη άκρη του τετραγώνου, σε άλλο καφέ, είχε την ίδια στρατηγική ποδηλατικής επιβίωσης. Μόνο που αυτός δεν διάβαζε. Ατένιζε τη Σαχάρα...

RIDERS ON THE STORM

Ε, τίποτα δεν έμεινε στεγνό! ΄Η σχεδόν τίποτα! Όταν έβγαλα τα μποτάκια διαπίστωσα ότι τα καλτσάκια ήταν σχετικά στεγνά, όμως η κατάσταση των υπόλοιπων ρούχων μου από το μπουφάν ως το βρακί κι από το κράνος ως τα γάντια, μαρτυρούσε, ότι είχα κάνει ένα υπέροχο βρόχινο ποδηλατικό μπάνιο, τέτοιο που χρόνια είχα να απολαύσω!
Αφού η βροχή δεν σταματούσε, αποφάσισα να διασχίσω μεμιάς το Ρουβίκωνα ξεκινώντας με μια βουτιά ενάντια σε παφλάζοντα κύματα, μαινόμενα ρείθρα και βουλωμένους υπονόμους, πίσω από τρία βρυχώμενα σκουπιδοφόρα, αγνοώντας επιδεικτικά το υγρό εκτόπισμα οξύθυμων ταξί και ευφραινόμενη κάτω από τους καταρράκτες ατέλειωτων υδρορόων, διασχίζοντας λίμνες λάσπης και πετρελαίου και επιπλέον τρομοκρατώντας σαδιστικά τους πεζούς με τα στριγγλίζοντα φρένα του υδρόφιλου ποδηλάτου μου.
Κάποτε είχα και εξοπλισμό, δηλαδή ένα αδιάβροχο ασημί συνολάκι, που φορούσα σε περίπτωση βροχής πάνω από τα ρούχα, το οποίο συνδυασμένο με αρβυλάκια, άφηνε πολύ πίσω τον Άρμστρονγκ σε αστροναυτική χάρη και ομορφιά. Αυτό το συνολάκι, μαζί με μια ακόμη κίτρινη αδιάβροχη φόρμα έπεσε σε αχρησία, όταν χάρισα το παλιό μου κουρσάκι και εξαφανίστηκε οριστικά στην εκκαθάριση μιας μετακόμισης.
Από πολύ μακριά ήρθαν αυτά στην μνήμη μου μαζί με την ανάμνηση του γεγονότος, ότι παλιότερα έκανα συχνά ποδήλατο στη βροχή είτε με αδιάβροχο είτε χωρίς, με θυμάμαι αίφνης στα 12 ή τα 15 να κατηφορίζω τη Θησέως υπό καταρρακτώδη βροχή, επίσης την υπερχειλισμένη Ποσειδώνος, ή πάλι να προσπερνάω τα τρόλει που λικνίζονταν σαν μαούνες σταματημένα το ένα πίσω από το άλλο στην Αμαλίας, μια εποχή πριν την πεζοδρόμηση της Αρεοπαγίτου, τότε που δεν υπήρχε ο κόμβος της Αττικής Οδού στο Μαρούσι, ούτε μετρό, ούτε τράμ αλλά υπήρχε ο ιππόδρομος στο Τροκαντερό, το αεροδρόμιο στο Ελληνικό και πάπιες στο Ζάππειο. Ακόμη τότε δεν έβλεπα άλλα ποδήλατα στον δρόμο, εκτός από κανέναν αθλητή ή αγόρια στις πλατείες με τα ΒΜΧ.
Κράνος δεν είχα, γάντια δεν φορούσα, αυτά τα είδη ήταν εξεζητημένα, για αθλητές, μα το ποδήλατο είχε δυναμό και μεγάλα φώτα, ταχύτητες με μοχλό χαμηλά στον σκελετό, φτερά αλουμινίου, μεγάλες μανέτες φρένων σαν περισπωμένες και πέρα από το τεράστιο κουδούνι, μια κόρνα σαν τρομπέτα πάνω στο τιμόνι! Αυτά τα τελευταία, όταν πήγαινα σχολείο τα απενεργοποιούσα, ξεβιδώνοντας το πάνω μέρος του κουδουνιού και βγάζοντας τη φούσκα (από κλύσμα) της κόρνας, διότι οι συμμαθητές μου έκαναν θόρυβο μ΄αυτά επίτηδες, που ακουγόταν μέχρι μέσα στις τάξεις, επιπλέον έβρισκα τη σέλα γυρισμένη ανάποδα, τα αφρώδη καλύμματα των χερουλιών σαν βγαλμένα καλσόν και τον σκελετό να κολλάει περιχυμμένος γάλα κακάο και πασπαλισμένο φλούδια ηλιόσπορων!

ΚΑΛΤΣΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΕΣ

Μας πήραν είδηση! Εμ, βέβαια, έτσι που κατεβαίνω στις πορείες με ποδήλατο και πλήρη ποδηλατική εξάρτιση, λόγω εξάρτησης, εντοπίστηκα! Φανταστείτε μια συζήτηση σε φόρουμ ποδηλατών για κάλτσες. Μια κοπέλα που παγώνουν τα πόδια της, ζητάει συμβουλές σχετικά με κάλτσες και παπούτσια για το ποδήλατο το χειμώνα. Η συζήτηση προχωράει με διάφορες προτάσεις για ορειβατικά ή άλλα παπούτσια, για ποδηλατικά καλύμματα υποδημάτων, για ισοθερμικές κάλτσες, μέχρι οι μάλλινες κάλτσες της γιαγιάς ή του φαντάρου επιστρατεύτηκαν, καθώς και άλλα ψαγμένα, από ποδηλατικά αδιάβροχα ελαστικά μποτάκια, μέχρι μπότες - καλύμματα μηχανόβιων ή ακόμη σακουλίτσες αποστείρωσης, που φοράνε οι γιατροί κι οι νοσοκόμες στο χειρουργείο και την εντατική!
Κι ακόμη η κουβέντα τράβαγε με ζητήματα διατροφής και κυκλοφορικού, και τοποθετήσεις υπέρ η κατά της μάλλινης ή βαμβακερής κάλτσας, αναλόγως των συνθηκών, και μάλλον η κοπέλα διάβαζε τις νέες τοποθετήσεις με τα πόδια στη σόμπα μέχρι να βρεθεί μια λύση. Κάποια στιγμή ένας της πρότεινε να έρθει σε καμμιά πορεία, να ζεσταθεί. Ένας άλλος απαντάει στον πρώτο και του λέει, σε είδα στην πορεία του Σαββάτου, είμαι με το τάδε ποδήλατο, μάλιστα τις προηγούμενες φορές ήταν και μια κοπέλα με το ποδήλατό της και ένας ποδηλάτης με μπλε που κατέβαινε παράλληλα με την πορεία την Κηφισίας, άντε να συναντηθούμε. Ναι, του απαντάει, έχω ένα ποδήλατο έτσι κι έτσι κι ένα μπουφάν έτσι κι αλλιώς, και πράγματι ήταν μια κοπέλα μαζί μου με κόκκινο ποδήλατο.
Κολλάω μετά εγώ ένα σχόλιο για τα παπούτσια και τις κάλτσες βγαλμένο απ΄τη ζωή, δηλαδή την ποδηλατική μου ζωή, και σημειώνω, ορίστε, η κοπέλα με το κόκκινο ποδήλατο είμαι εγώ! Μ΄αρέσει όμως η τροπή που μπορεί να πάρει μια συζήτηση για κάλτσες!
Ίσως να μην θυμάσαι ονόματα και να μην αναγνωρίζεις πρόσωπα κάτω απ΄τα ψευδώνυμα. Οπωσδήποτε όμως ένας ποδηλάτης έχει αρχειοθετήσει στο μυαλό του το ποδήλατο ενός άλλου με πάσα λεπτομέρεια. Το δικό μου ποδήλατο χαρακτηρίζεται απλά "το κόκκινο ποδήλατο", διότι έχω βγάλει τα αυτοκόλλητα. Τα λοιπά στοιχεία είναι μαύρα. Τι τύπο θα το έλεγες; Βουνού αλλά με λάστιχα πόλης, υβριδικό, κοινώς μπασταρδεμένο, με αλλαντάλλων ανταλλακτικά, παντός καιρού, αναρχοαυτόνομο και το όνομα αυτού Σίμος!

ΑΚΡΟΜΠΑΡΑ, ΜΠΑΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΟΥΚΙΑ

Προχθές το απόγευμα πήγα σε μια ποδηλατική μπουτίκ και ψώνισα απαραίτητα εξαρτήματα και αξεσουάρ ενός ταλαιπωρημένου ποδήλατου και μιας συνειδητοποιημένης ποδηλάτισσας. Αρχικά διαπίστωσα, ότι η μπάρα της σέλας δεν άντεχε άλλο. Παλιότερα είχε στραβώσει, διότι κάποιος κινγκ κονγκ είχε χορέψει τσιφτετέλι επάνω στη σχάρα. Δεν είδα τον κινγκ κονγκ, αλλά τα ίχνη του. Τότε είχα βγάλει το παλουκόσελο και το ίσιωσα κάπως πως με το σφυρί, πράγμα που θα καταδίκαζε με αποτροπιασμό κάθε σοβαρός ποδηλάτης, πλην όμως το δικό μου ποδήλατο στην σύναξη των σοβαρών ποδηλάτων μοιάζει με άστεγο χίπι, που βρέθηκε κατά λάθος σε δεξίωση του διπλωματικού σώματος.
Τώρα λοιπόν η μπάρα της σέλας είχε γίνει πάλι σαν σπαστό καλαμάκι με κίνδυνο να βλαβεί ανεπανόρθωτα κι ο σκελετός, χώρια το ότι κατέβαινε το μήκος, έτριζε η σέλα, η κλίση επηρέαζε τη στάση του σώματος, κι εγώ επέμενα να αγνοώ, ότι μια πάπια θα έκανε καλύτερο ποδήλατο από μένα, αν βέβαια οι πάπιες ήταν μεταλλαγμένες κι άφηναν την κολύμβηση για την αστική ποδηλασία.
Επομένως έκανα το ολέθριο λάθος. Μπήκα στην μπουτίκ! Και βγήκα μετά από δυο ώρες, αφού είχα ψάξει, αγγίξει, χαϊδέψει, μυρίσει τα πάντα, τις σέλες, τα φρένα, τα κράνη, τα παπούτσια, τα σταντ, τα γάντια, τις φόρμες, τα τσαντάκια, τα φωτάκια, τα τιμόνια, τα παγούρια και τις ταινίες για τα τιμόνια, βγήκα με τα χέρια μαύρα, τις τσέπες άδειες και το ποδήλατό μου χαρούμενο.
Εκτός από μια γερή μπάρα και μια σέλα ελαφριά, απ΄αυτές που αποφεύγεις να καθήσεις, γιατί μπορεί να βγάλεις κάλους, έβαλα και δυο κάρμπον ακρόμπαρα στο τιμόνι, και για όσους δεν γνωρίζουν αυτές τις επιστήμες, να εξηγήσω ότι τα ακρόμπαρα είναι δυο κερατάκια όρθια εκατέρωθεν του τιμονιού στα χερούλια, τα οποία καθιστούν το ποδήλατο πολιορκητικό κριό στις ανηφόρες. Το κάρμπον είναι ελαφρύ αλλά ακριβό και μπορεί να σπάσει σε μια κατακόρυφη τούμπα, με πληροφόρησε ο ειδήμων, όμως σε τέτοια περίπτωση θα είμαι τυχερή να μην έχουν σπάσει τα κόκαλα μου και να πάω να πάρω άλλα ακρόμπαρα. Τα συγκεκριμένα τα ερωτεύτηκα, διότι είναι ελαφριά, μαύρα, μικρά, κομψά και ανατομικά. Επίσης πήρα κι ένα ζευγάρι κόκκινα γαντάκια χωρίς δάχτυλα, γιατί τα προηγούμενα, τριμμένα και λιωμένα, είχαν πάνω από γράσο μέχρι κέτσαπ και μουστάρδα.
Αφού φρόντισα τα σημεία εκείνα του ποδηλάτου, που αφορούν στον πισινό και τα χέρια, το δοκίμασα και τρώω τις ανηφόρες σαν μαλακό τυρί. Πρέπει όμως να ξαναπεράσω απ΄την μπουτίκ. Γιατί πάνω στον ενθουσιασμό μου, άφησα εκεί το παλιό παλούκι, ως άχρηστο. Αν δεν το έχουν πετάξει ακόμη, να το δώσω σε κάτι χρόνιους δυσκοίλιους, που φρόντισαν να μου χαλάσουν τη μέρα χθες, διότι ζορίζονται, εδώ και μήνες τα μαζεύουν, να το κάνουν κλύσμα, μήπως και ανακουφιστούν. Κι αν έχει πεταχτεί η στραβή μπάρα, εναλλακτικά έχω μια τρόμπα καλή.

ΒΟΥΤΥΡΟ

Δεν χορταίνω τα καινούρια λεπτά λάστιχα του ποδηλάτου μου! Ανεβαίνω τις ανηφόρες, όπως απλώνεται το μαλακό βούτυρο πάνω στο ζεστό ψωμί! Το απόγευμα ανέβασα το όχημα στο σπίτι για κάτι μερεμετάκια και να το πλύνω. Εντωμεταξύ ο αέρας σάρωνε τις βεράντες, διέλυσε τις τέντες και στράβωνε τις κεραίες. Γύρω ακούγονταν πράγματα που έπεφταν κι έσπαγαν. Σκέφτηκα λοιπόν, πως μάλλον δεν θα κάνω ποδήλατο, ας το πλύνω τουλάχιστον, το μισό άσπρο απ΄τον ασβέστη και το υπόλοιπο μαύρο από λάσπη και γράσα. Σιγά που δεν θα έκανα ποδήλατο! Αφού ίσιωσα ένα στραβωμένο πετάλι με την πένσα, έστρωσα τη σέλα που αλλοιθώριζε, άλλαξα τα φωτάκια, έβγαλα κάτι αυτοκόλλητα και καθάρισα την κόλλα και τα γράσα με ... ζιπέλαιο, πλύθηκα εγώ τελικά, πήρα το ημιβρόμικο ποδήλατο στον ώμο και βγήκα!
Ο αέρας είχε κόψει, δεν έβρεξε, όλα ωραία! Η σκοτούρα που είχα, άργησε να περάσει, αλλά τελικά πέρασε με κόκκινο κρασί και πολλά λόγια και πολλά γέλια! Είναι αυτά τα άτιμα κρυώματα, πείτε μου σας παρακαλώ, γιατί σε ορισμένα μέρη ανοίγουν τον κλιματισμό στο ζεστό ή το κρύο στο φουλ αδιακρίτως; Ή πολύ κρυουλιάρηδες ή πολύ θερμόαιμοι είμαστε, μέση κατάσταση δεν έχει!
Όταν σταματάω για να εφοδιαστώ με καύσιμα, ως γνωστόν το ποδήλατο είναι ενεργοβόρο, πίνει πολύ νερό, καφέ, τσάι, γάλα, χυμούς και ρούμι, χωριστά ή όλα μαζί, επίσης τρώει σοκολάτα, γιαούρτι, φρούτα, φυστίκια, σαλάτες, χωριστά ή όλα μαζί, όταν λοιπόν αφήνω το βουτυρένιο μου πετάλι διαβάζω, και τώρα μεταξύ άλλων τις μικρές αναμνήσεις του Σαραμάγκου, ο οποίος στην αυτοβιογραφία των παιδικών και εφηβικών του χρόνων δεν ακολουθεί τη συνηθισμένη του τακτική ν΄αρχίζει την πρόταση στην Πορτογαλία και να βάζει τελεία στη Βραζιλία, αλλά γράφει με κανονικές μικρές προτάσεις, αν είναι δυνατόν, δεν το περίμενα. Κι εκεί που περιγράφει, πώς ψάρευε μικρός, λέει, "οι ώρες κυλούσαν μάταια, μάταια βέβαια δεν ήταν, γιατί, χωρίς να το καταλαβαίνω, "ψάρευα" πράγματα, που στο μέλλον θ΄αποδεικνύονταν πολύ σημαντικά για μένα, εικόνες, μυρωδιές, ψιθύρους, θροΐσματα, αισθήσεις".
Υστερόγαμον: Μπείτε αμέσως στους ποδηλάτες να δείτε τι έχουν πάθει οι δύσμοιροι ποδηλάτες με τις αέρινες ποδηλάτισσες, χαχαχαχαχα!!!
Ακόμη: Αύριο το Alleycat, από τους Λόκαλ, έναρξη στη Δεξαμενή! Ποδηλατάκι και αδιαβροχάκι!

ΕΚΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ

Το βράδυ της Κυριακής πήρα τα κατσαβιδάκια, τα κλειδάκια, τα αλενάκια και κατέβηκα στην είσοδο της πολυκατοικίας να δω, γιατί το ωραίο μου ποδήλατο έκανε ένα γφφγρρρτκ! Κόλλαγε το μπροστινό φρένο, το ένα τακάκι πάνω στη ζάντα. Ανακαλύπτω επίσης, ότι είχε φύγει το παξιμαδάκι κάτω από το πυράκι στην αντίστοιχη μανέτα. Τα καλά του οδοστρώματος. Τραντάζομαι τόσο σε ορισμένους δρόμους, που φεύγουν οι βίδες και τα παξιμάδια, και πέφτουν τα λάστιχα. Ξαναδένω το ποδήλατο, πάω πάνω στο σπίτι, να βρω παξιμάδι. Είναι ένα τσίγκινο κουτί με αρχαία, τα αραδιάζω πάνω σε μια εφημερίδα, βρίσκω δύο παξιμαδάκια να ταιριάζουν και μια ροδελίτσα. Ωραία. Κατεβαίνω πάλι, βάζω το βιδάκι, το σφίγγω, εντωμεταξύ μπαινοβγαίνανε διάφοροι και βλέπανε μια μουρλή με πιτζάμες ροζ με άσπρα προβατάκια και καλτσάκια μαύρα να πασαλείβεται με τα γράσα. Γιατί στη συνέχεια, έτσι βρόμικο που ήταν το ποδήλατο, τα άσπρα πρόβατα γίνανε μαύρα σε μαύρο λιβάδι. Το φρένο δε δούλευε, και γω δοκίμασα τα πάντα, σε σημείο να διαλύσω όλο το μπροστινό φρένο σε βίδες και συρματάκια, που πετάγονταν κιόλας και δεν τάβρισκα πάνω στο μωσαϊκό. Ευτυχώς που ήταν πια αργά και δεν είχε πολύ κόσμο, γιατί θα έβλεπαν την εν λόγω μουρλή με τις πιτζάμες κι ένα ποδήλατο, γονατιστή με μια σκούπα χωρίς κοντάρι να σκουπίζει κάθε τόσο γύρω γύρω να βρει τα βιδάκια, τα ροδελάκια και τα παρατρεχάκια, στον παλιοφωτισμό της εισόδου.
Απελπισία. Κάποιος ροχάλιζε. Κάποιος άλλος έβλεπε τηλεόραση. Οι μαύροι άκουγαν μουσική. Και γω η μαύρη με μαύρα χέρια να μην μπορώ να καταλάβω. Άλλη φορά το είχα ρυθμίσει στοιχειωδώς. Τώρα τίποτα, σε σημείο να ξεμαλλιαστεί και το συρματόσκοινο από τις δοκιμές. Με τα πολλά πείστηκα, ότι έλειπε κάτι ή είχε σπάσει κάτι από πριν. Δυόμισι ώρες μες τη μαύρη νύχτα, νευρίασα, γιατί και το πίσω φρένο δε μου τα ΄λεγε καλά. Αλλά έπιανε. Συναρμολόγησα λοιπόν το μπροστινό, αφήνοντάς το χαλαρό και πήγα να ξεραθώ.
Την άλλη μέρα το πρωί πήγα σαν την κότα τη συνηθισμένη διαδρομή, μόνο με το πίσω φρένο κι ευτυχώς που δεν είχε κίνηση, αλλιώς μ΄έβλεπα να το πηγαίνω στα χέρια και στο τραμ. Ο ποδηλατάς μόλις είχε ανοίξει, τον βρίσκω απέξω και του αφήνω το όχημα να το πάρω το μεσημέρι. Είναι δυο μάστορες κι ο νεαρός καθόταν στο γραφείο και κοιτούσε το κενό. Του λέω, κοίτα, ουτ΄εγώ έχω πιεί καφέ σαν άνθρωπος, απλώς, φρένα!! Μετά μίλησα και με τον άλλον τον μεγαλύτερο, τον πρωινό τύπο, και διαπιστώσαμε ότι μπορεί να έχουν κλείσει, όταν θα πήγαινα το μεσημέρι από τη δουλειά, που είναι κοντά εκεί. Ε, μου λέει, θα στ΄αφήσω στο Γραφείο! Κάνω έτσι να δω, βλέπω πιο πάνω την ταμπέλα. Στο Γραφείο Τελετών; Μπορείτε να μου αφήσετε και το λογαριασμό εκεί, γιατί θα ξαναπεράσω Πέμπτη πια, υπάρχει πρόβλημα; Όχι καλέ, είμαστε φίλοι! Αυτό το τελευταίο, μου το ΄πε χαλαρωμένος, γιατί αρχικά είχε έναν δισταγμό, ίσως σκεφτόταν κάποια αντίδραση. Καλά του λέω, έτσι κι αλλιώς τα Γραφεία παραμένουν ανοιχτά επί 24ωρου!
Τελικά δεν γνώρισα τον τελετάρχη. Παρουσιάστηκε ένα κενό και μπόρεσα να φύγω για λίγη ώρα και να το πάρω. Έτσι αλωνίζω από χθες με καινούργια φρένα. Κι είχα κι άλλα να γράψω, αλλά αυτό το ποστ μου θυμίζει μια έκθεση που έγραψα μικρή με θέμα "Μια μέρα στη θάλασσα", όπου εγώ βγήκα λέει, εκτός θέματος, διότι τέλειωσε ο χρόνος κι είχα γεμίσει δύο σελίδες με τα περιεχόμενα της τσάντας του μπάνιου! Ε, αφού αυτό μ΄έκαιγε, γιατί ήταν μια τεράστια ψάθινη και την κουβαλούσαμε εναλλάξ με τα ξαδέρφια μου, ιεροτελεστία! Άκου, εκτός θέματος!

ΜΙΑ ΣΤΟ ΚΑΡΦΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΤΟ ΛΑΣΤΙΧΟ

Ε, όχι! Όχι, αυτό που έζησα σήμερα, δεν υπάρχει, δεν ξανάγινε, δεν παίζει. Γυρίζω μεσημέρι αργά στο σπίτι και ξαναφεύγω κατά τις πέντε με το εξής πρόγραμμα. Να πάω το ποδήλατο στον μάστορα, κάτω Αθήνα, με τα πόδια και στις εφτά γαλλικά. Μου έλειπε ένα άλεν για να τ΄άλλαζα εγώ, που νόμιζα ότι υπήρχε μέσα στο χάος που λέγεται ντουλάπα με εργαλεία, και λέω, το ίδιο χρόνο θα κάνω, δεν το πάω στον ποδηλατά να το φτιάξει και καλύτερα; Κι ήταν και καναδυό ψιλομερεμετάκια ακόμα. Κατεβαίνω μια κάθετη κατηφόρα με το ποδήλατο στα χέρια και ζητάω από το βενζινάδικο στη γωνία αέρα, μήπως και φούσκωνε λίγο το λάστιχο. Ο πακιστανός, τον οποίο γνωρίζω, μου έλεγε τρελά, φίλε, του λέω έτσι κι έτσι, βγαίνει ένας έλληνας μου εξηγεί, είχε πάθει βλάβη το μηχάνημα...
Πάω παρακάτω άλλα δέκα λεπτά, ανηφόρα, κατηφόρα, βρίσκω άλλο βενζινάδικο, βάζω αέρα, τίποτα. Τελοσπάντων το τραβάω κάτω 40 λεπτά στα χέρια κι ο ιδρώτας να τρέχει. Μου λέει ο μάστορας, μια στιγμή, θα στο φτιάξω. Κανείς στο μαγαζί. Κοίτα του λέω και το λάστιχο, μην έχει τίποτα, μην είναι σκισμένο, ναι, μου λέει, θα το δω. Το πιάνει, βγάζει τη σαμπρέλα, γυρίζει με το χέρι του μέσα το λάστιχο, το ψαχουλεύει δυο φορές, βάζει μια καινούργια σαμπρέλα, φουσκώνει, τοποθετεί, σφίγγει, ρυθμίζει, κοιτάει και κάτι άλλα ψιλά, ωραία. Στο μεταξύ είχε έρθει μια κοπέλα να πάρει ένα κατιτίς που χρειαζόταν και περίμενε, γιατί εμφανίστηκε ένας που ζητούσε ποδήλατο για το γιο του. Πριν τοποθετήσει τη ρόδα στο δικό μου, του κατέβασε ο μάστορας τρία ποδήλατα και του εξηγούσε. Η κοπέλα βαρέθηκε κι έφυγε, εγώ κάποια στιγμή πλήρωσα κι έφυγα και λόγω αναμπουμπούλας ανέβαλα να πάρω και τίποτα άλεν.
Πάω λίγο παρακάτω, διαπιστώνω ότι το φρένο ήταν πολύ μαλακό. Το γυρίζω πίσω, περιμένω λίγο, ο τύπος εντωμεταξύ κοιτούσε τα ποδήλατα, δεν αποφάσιζε κι έφυγε. Σφίγγει το φρένο, φεύγω γρήγορα, γιατί είχε πάει πια παρά 25 και θα καθυστερούσα στο μάθημα.
Ανεβαίνοντας την Ληκαβηττού μετά την Ακαδημίας, ένα καινούργιο άσπρο κουβαδάκι μπροστά μου σταματάει απότομα κι αρχίζει την όπισθεν αλλά δεν χωρούσε να μπει στο κενό να σταθμεύσει, κλείνει και το δρόμο. Κρατούσα απόσταση κι είχα αρχίσει να στρίβω αριστερά, αλλά περνούσαν αυτοκίνητα κι αυτός ακάθεκτος. Βάζω τις φωνές, εεεεεε....εεεε...περίμενεεεεε..., ουααιιιιιιί... και μηχανή να ήταν αντί για ποδήλατο θα είχε πρόβλημα, εκείνος όμως άσχετος, φτάνει κι ακουμπάει ο προφυλακτήρας το λάστιχο, εεεε, εγώ, βγαίνω αριστερά του, ανοιχτό παράθυρο, εεε, του λέω, χωρίς να σταματήσω, συμφορααααααά, που παααααας, δεν κοιτααααάζεις, τιναυταααααά.... Ήταν ένας γέρος εκατονογδόντα ετών και όχι μόνο δεν γύρισε να κοιτάξει, αλλά συνέχισε να μιλάει στον συνοδηγό... Κοίταζε όλος ο κόσμος και σχολίαζε, ο γέρος κουφός, τυφλός και άτρωτος! Εγώ από γέρο ή γριά θα πάω...
Πηγαίνοντας, έβλεπα το λάστιχο να πέφτει. Μωρέ, λέω, τι γίνεται, αφού το φούσκωσε... Στη Σόλωνος σταματάω στο βενζινάδικο δίπλα στην Εστία. Να βάλω αέρα, ναι, πάω να βάλω, τίποτα, πεσμένο. Έρχεται ο βενζινάς, να σε βοηθήσω, το και το του λέω, καινούργια σαμπρέλα, τί γίνεται... μου λέει, από κάπου χάνει, άκου, τσσσσσ...
Το ξαναπιάνω στα χέρια και ανεβαίνω τη Σίνα. Ο ιδρώτας ποτάμι και χέρια μες τη μαυρίλα. Με το που φτάνω στο Ινστιτούτο απέξω, το είδα τυχαία! ΤΟ ΚΑΡΦΙ!!! Πάνω στο λάστιχο είχε κάτσει ένα καρφί, το οποίο τρύπησε και την καινούργια σαμπρέλα και δεν έτυχε να τσιμπήσει τα δάχτυλα του ποδηλατά... Βγάζω το καρφί με ένα κλειδί, μια τσαγκαρόπροκα θανατερή... Το κλου...
Το βράδυ, άντε πάλι πίσω μισή ώρα ανηφορικά με το ποδήλατο στα χέρια. Με σκασμένο ακόμη το λάστιχο. Με την πρόκα μπροστά μου, τη ρουφιάνα! Την βλέπω αυτή τη στιγμή και δεν το χωνεύω! Μέτρησα σήμερα ίσαμε δεκαπέντε ανάλαφρους ποδηλάτες κι εγώ στην πίκρα από χθες...

ΓΥΑΛΙΑ ΚΑΡΦΙΑ ΚΑΙ ΛΑΣΤΙΧΑ

Πλύθηκα. Ντύθηκα. Χτενίστηκα. Το απόγευμα. Πήρα το σακκίδιο, φόρεσα το κράνος και τα γάντια. Κατέβηκα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Έλυσα το ποδήλατο. Δυο φαρμακομύτες κουτσομπολεύανε μια τρίτη απούσα. Τις αγνοώ. Δένω το σακκίδιο γερά γερά στη σχάρα του ποδηλάτου. Με κοιτάζανε λοξά. Βάζω φωτάκια. Παίρνω το ποδήλατο στο χέρι, κατεβαίνω, το ακουμπάω στο πεζοδρόμιο και, ω!!! Ω!!!!

Οποία φρίκη! Οποία απογοήτευσις! Ω!!!

Λάστιχο... Το μπροστινό λάστιχο πίτα. Φούιτ, η μετάφραση για τη Θεσσαλονίκη και τα πέριξ! Έμεινα μια γελοία εικόνα με κράνος και γάντια... Οι φαρμακομύτες είχαν φύγει...
Και πήγα με τα πόδια, πήρα μετρό και ταξί, και στο γυρισμό περίμενα μισή ώρα το λεωφορείο στη Χαριλάου Τρικούπη, αν είναι δυνατόν! Κι αύριο έχει το τραμ στάση εργασίας, αλλά δεν είναι αυτό που με νοιάζει τόσο. Είναι που έχει καλό καιρό. Κρίμα.

Κρίμα που το πρωί δεν πήρα το ποδήλατο για κάτι κοντινές δουλίτσες. Θα είχα δει το λάστιχο και θα τό΄χα φτιάξει ή θά΄χα πάει στο μάστορα. Απόψε, τώρα, στη μαύρη νύχτα, κι έχω ξύπνημα το πρωί, που ν΄αλλάζω λάστιχο... Βλέπουμε.

Βέβαια με τόσα γυαλιά και καρφιά στο οδόστρωμα και τόσα φρεάτια και λακκούβες που έχω μετρήσει, ευχαριστημένη νά΄μαι, πολύ κράτησε. Είμαι και βλάκας. Γιατί συνήθως κάνω έναν έλεγχο, αλλά το μεσημέρι που μού πέρασε η σκέψη, το άφησα.
Μου έλειψε! Χειρότερα κι όλας, που λόγω αίθριου καιρού είχαν βγει όλα τα πεταλάκια στο δρόμο, ενώ εγώ άφριζα μέσα στο μετρό...
Με ρώτησαν σήμερα, αν δεν βαριέμαι να πηγαινοέρχομαι καθημερινά με το ποδήλατο. Η απάντηση είναι όχι. Αρχικά το πήρα για καμμιά βόλτα, διότι είχα σκουριάσει τελείως, μου έλειπε η κίνηση και η ποδηλασία καθαυτή, από παλιά που έκανα, τόσο, που τ΄ονειρευόμουν, ότι ποδηλατώ. Σήμερα, μετά από μέρες πάνω στη σέλα, κατάλαβα, ότι ξέχασα πια να περπατάω!

Στην αρχή είχα μια ανασφάλεια, για την οποία ευθύνονταν και τεχνικοί λόγοι. Από την στιγμή που κάλυψα το τεχνικό θέμα, ανοίχτηκα περισσότερο. Έμαθα και κάποιες άγνωστες διαδρομές και πηγαίνω άνετα. Είναι αστείο, ότι φοβόμουν να κάνω διαδρομές, που κάλυπτα στα 12 και τα 15 μου, και ο λόγος είναι ότι είχα χάσει την συνήθεια.

Η συνήθεια είναι σπουδαίο πράγμα. Κάτι άλλο που κατάλαβα στην πράξη είναι, ότι κανονικά δεν σταματάμε ποτέ. Ας πούμε, ανέβηκα μια ανηφόρα και τά ΄φτυσα; Δεν πειράζει, συνεχίζουμε. Είμαι στα μισά της ανηφόρας των 90 μοιρών και κοντεύω να βγάλω το στομάχι μου; Δεν πειράζει, αναπνοή, νερό (αν έχω) και συνεχίζουμε. Κουράστηκα, μπούκωσα απ΄τα καυσαέρια και δεν πάει άλλο; Δεν πειράζει, τραβάμε πετάλι απίστευτα αργά αλλά συνεχίζουμε... Τώρα ενδέχεται να κάνω καμμιά στάση, αλλά αυτό συνήθως είναι μέσα στα πλαίσια του διαθέτω χρόνο και ραχατεύω. Μετά όμως κάνω αρκετή ώρα να επανέλθω. Άρα το καλύτερο είναι το συνεχές.

Αυτός ο τρόπος μου έχει χαρίσει υπομονή, που από χαρακτήρα δεν διαθέτω. Είμαι οξύθυμη και ανυπόμονη, όμως στον ποδηλάτη δεν μένει περιθώριο εκνευρισμού και ανυπομονησίας, διότι αφιερώνει την ενέργεια του στο πετάλι. Επίσης έχει οξυνθεί η προσοχή κι έχουν ευαισθητοποιηθεί τα ανακλαστικά μου σε μεγάλο βαθμό. Το συνειδητοποίησα σήμερα που πήγαινα πεζή. Αυτά όλα πέρα απ΄το σωματικό όφελος και την ευεξία.

Ένας οδηγός χθες ερχόταν και τον άκουγα να πατάει την κόρνα επίμονα, μπιπ, μπιρ μπιρ μπιρίπ, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω το λόγο, που απευθυνόταν, διότι τύχαινε να έχει πολλή απόσταση από μένα, τουλάχιστον δυόμισι μέτρα σε πλάτος, κι ούτε φαινόταν να βιάζεται. Τον πετυχαίνω λίγο πιο κάτω και του λέω έτσι με μια κίνηση, τί φωνασκείτε;;!! Ο τύπος παραφρόνησε, είδα την όψη του τρόμου! Ξέχασε να βάλει μπρος στο φανάρι, και άκουσε την κόρνα της ζωής του! Έτσι, μια καθαρεύουσα άσχετη στην ώρα της, αποδίδει τα ίσα!
Το παραπάνω χαζοπόστ αφιερώνεται με αγάπη και (στ)οργή στην Abbtha, της οποίας η φιλία είναι τιμή για μένα και προέκυψε μέσα από το blogging!

ALLEGRO MA NON TROPPO


E, σήμερα έτρεχα όλη μέρα! Από τις έξι το πρωί μέχρι τις έντεκα το βράδυ. Όλο το απόγευμα και το βράδυ σε βλακώδεις υποχρεώσεις. Όμως το πρωί μ΄ έσωσε το ποδήλατο. Είχα μια έμπνευση λόγω δροσιάς και πραγματικά ήταν πολύ ωραία. Με την συγκοινωνία χρειάζομαι μια ώρα και δέκα λεπτά και με άγχος. Με το ποδήλατο 35΄ άνετα, και αν φροντίσω να φύγω την τακτή ώρα, περισσεύει σχεδόν άλλη μισή ώρα για ανάκτηση δυνάμεων, πρωινό και καφέ στην πλατεία, χαζεύοντας τις μαμάδες με τα μωρά τους και τους γέρους με τα κομπολόγια τους, με ήρεμη διάθεση και καθαρό κεφάλι.

Ο γυρισμός όμως μού πήρα μιάμισι ώρα περίπου με μία στάση στο Ζάππειο λόγω πολύ πολύ ιδρώτα! Τι κίνηση και κακό! Έκανα το γύρο της Αθήνας! Λίγο πιο κάτω από το Πρώτο κόλλησα! Δεν περνούσε τρίχα! Ανεβαίνω λοιπόν μονοπεταλιά την Τριβωνιανού (Βαγγελίστρα μου, ανηφόρα!), προσπερνάω μια γραία που τσίριζε να φοβηθεί ο Χάρος, λίγο πιο πάνω βλέπω τον άντρα της σε απόγνωση, και βγαίνω Μέτς. Για να περάσω απέναντι από το Παναθηναϊκό Στάδιο μαζί με τους πεζούς, περίμενα, περίμενα... μπροστά από τρία κολλημένα τρόλει, ουρές αυτοκινήτων και μια μπετονιέρα και αντάλλασα ματιές με Ιάπωνες τουρίστες στη νησίδα, των οποίων το πρόσωπο από μάλλον ανέκφραστο, είχε πάρει μια μεσογειακή ανυπομονησία...

Κατόπιν έπεσα πάνω στην αλλαγή της φρουράς. Η φρουρά πήγε απέναντι κι εγώ χάλασα όλες τις πρώτες λήψεις των παρατεταγμένων φωτογραφικών μηχανών με τηλεφακό!

Το Κολωνάκι ήταν αίσχος! Ζαλισμένοι οδηγοί είχαν μπερδέψει τα ρεύματα και για να καταφέρω να φτάσω στη Σόλωνος πήρα το ποδήλατο στην πλάτη και το πέρασα πάνω από τους καπουτσίνους και τους σολωμούς με κάπαρη.

Highlight: μια ξανθιά σε κάμπριο. Σταματημένη στην κίνηση (ποια κίνηση). Βάζει κραγιόν... βγάζει μια λίμα, φτιάχνει ένα δυο νύχια ... ελέγχει στον καθρέφτη το σχήμα του αριστερού της φρυδιού... μιλάει στο κινητό ... αλλάζει σταθμό στο ράδιο ... κοιτάει γύρω γύρω... δεν κουνιέται τίποτα ... είχα φρακάρει κι εγώ, πίσω από έναν ταξιτζή και βαριόμουν να κόψω από Σίνα...
Την Κυριακή θα πάω στην ποδηλατοπορεία (12 το μεσημέρι στο Πεδίον του Άρεως, άγαλμα Κωνσταντίνου). Ευκαιρία και για βόλτα. Για την "Ημέρα χωρίς αυτοκίνητο". Ποιο αυτοκίνητο...τα αυτοκίνητα στο κέντρο έχουν αλληλοακυρωθεί.
Στη φωτό ολλανδικό γραμματόσημο σχεδιασμένο από τον Rolf Soesman.

THIS IS THE QUESTION!


Κατά την ευγενή παράκληση της Roadartist στα σχόλια του προηγουμένου μου post να συνεχίσω οπωσδήποτε την ποδηλατική θεματογραφία, παρουσιάζω μια σχέση σε κόκκινο με φόντο την είσοδο του μετρό του Πανεπιστημίου. Την προηγούμενη φορά είχα δέσει εγώ το ποδήλατο στη Ferrari, τώρα όμως η μηχανή ήρθε να βρει εμένα.

Η μαύρη αλήθεια είναι ότι την περασμένη βδομάδα δεν έκανα ποδήλατο. Νωρίς το πρωί είναι σκέτος πειρασμός να το πάρω να πάω στη δουλειά, μέσα σε μισή ώρα, άντε με καμμιά στάση τρία τέταρτα, ενώ με τα μέσα μαζικής συσφίξεως θέλω μια ώρα κι ένα τέταρτο, αλλά το μεσημέρι είναι δύσκολα τα πράγματα με την αποπνικτική ατμόσφαιρα, την κούραση και το κυκλοφοριακό. Είναι παράξενο, ότι δεν με κούρασαν, όταν το έκανα καθημερινά, οι ανηφόρες, αλλά το ότι δεν υπάρχει μια σταλιά χώρος. Κρίμα, γιατί άμα κάνω ποδήλατο κάθε μέρα γεμίζω ενέργεια, όταν όμως το αφήσω πάω πίσω. Επομένως πρέπει ν΄αλλαξοπιστήσω και να πάρω μια μηχανή;


Επιστρέφοντας σπίτι απόψε με τη σέλα να τρίζει και μετά την ευτυχή έμπνευση να πιω δυο μπύρες στα Εξάρχεια, γεγονός που μαζί με την κουφόβραση μ΄έκανε να ιδρώνω πιο πολύ, είδα και φωτογράφησα τον τοιχογραφημένο Άμλετ στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου: Two beer, or not to beer?

ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΜΟΚΑ - ΦΡΑΟΥΛΑ

ΕΚΘΕΣΗ ΕΞΩΦΥΛΛΩΝ ΤΗΣ VOGUE
BNF PARIS ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2007




ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ: ΜΑΣΤΟΡΕΜΑΤΑ

Η αποφράδα ημέρα συσσωρευμένης ατυχίας πέρασε και τα πράγματα βαίνουν καλώς. Βεβαίως βαίνουν με τα πόδια, διότι χθες τ΄απομεσήμερο άφησα το ποδήλατο σ΄έναν μάστορα της προκοπής για βελτιώσεις. Είχα θυμώσει με κάτι άλλους ανάγωγους και ψαχνόμουν. Βρέθηκα λοιπόν σε μια terra incognita και χάζευα τον κόσμο. Περνάνε κάτι μπόμπιρες με ποδήλατα: "Ρε παιδιά, τους λέω, κανένα κατάστημα δω κοντά με ποδήλατα και ανταλλακτικά έχει;" Στην αρχή με κοίταξαν περίεργα, αλλά αμέσως προθυμοποιήθηκαν να με διαφωτίσουν: "Ναι, αμέ, λίγο πιο κάτω". Πάω να δω, και σκεφτόμουν, μήπως κάνω άδικο κόπο μες τον ήλιο. Πηγαίνω, μια χαρά, δεν πίστευα στα μάτια μου, ευγενέστατοι, να το δούμε, μου έδειξαν εξαρτήματα, πρότειναν λύσεις και τιμές, τα συζητήσαμε, μέσα σ΄ένα τέταρτο διάλεξα τί θέλω και το άφησα να το πάρω σήμερα. Κι επειδή είχανε καλό τρόπο, αποφάσισα να ξοδέψω και κάτι παραπάνω για καλύτερο αποτέλεσμα.


Ορίστε τελοσπάντων κι ένας έμπορος συνειδητοποιημένος. Χωρίς πίεση, με ανοιχτή κουβέντα, προθυμία, να σε κάνει ν΄αγοράσεις και να ξαναπάς, εφόσον εξυπηρετείσαι. Από ελεεινούς δεν θα πάρω ποτέ, ουδεπώποτε, ούτε σαμπρέλα, τέλος!



ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: ΡΩΣΙΚΟΣ ΦΡΑΠΕ

Ένας από την παρέα δύο ζευγαριών Ρώσων ήθελε φραπέ. Μάλλον τον είχε ξαναδοκιμάσει αλλά δεν ήξερε να τον ζητήσει. Η ρωσίδα σερβιτόρα του έλεγε "φρρα-πεέ" κι εκείνος - ένας θεόρατος καστανόξανθος- επαναλάμβανε "φρια-πιέι", κατόπιν οι άλλοι τρεις, "φρέ-πιι", "φράπγιε", φράπ-ια". Τελικά ήρθε ένας κινγκ σάιζ "φριά-ππιιι"!


Με τη σερβιτόρα ξεραθήκαμε στα γέλια!



ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ: ΙΝΔΙΚΗ ΓΡΑΝΙΤΑ

Ο Ινδός παρήγγειλε γρανίτα φράουλα. Φέρνει η κοπέλα, όχι η ρωσίδα, ελληνίδα, τη γρανίτα. Της λέει ο Ινδός στ΄αγγλικά: "Γιατί δεν είναι γεμάτο ως πάνω; Θέλω να το γεμίσετε!" (Έλειπε μισό χιλιοστό για να ξεχειλίσει). Η κοπέλα παίρνει το ποτήρι και το ξαναφέρνει γεμάτο στα 3/4! Φρίκη ο Ινδός! Επεμβαίνω, της εξηγώ, το θέλει γεμάτο, να είναι έτοιμο να χυθεί. Το φέρνει επικίνδυνα φουλαρισμένο. Μετά ήρθε ο καφές μου με αφρόγαλα. Της λέω: "Α, τί ΄ν΄αυτά τα χάλια, πάρτε το πίσω, να το γεμίσετε κι άλλο!" Ψαρώνει η κοπέλα, τί να γεμίσει, λέει, "Βεβαίως, να το πάρουμε πίσω, να..." Δεν κατάλαβε το αστείο απ΄τη θολούρα της δουλειάς (γινόταν χαμός) και τη βλακεία του Ινδού. Τρόμαξα να της πάρω από τα χέρια τον καφέ μου!

Μπορεί να μην ξέρει καλά αγγλικά και μάλιστα με ινδική προφορά. Αλλά θα έπρεπε να ξέρει μερικές καλές βρισιές στ΄αγγλικά.

ΦΟΝΙΚΟ ΟΠΛΟ ΝΟΥΜΕΡΟ ΔΥΟ



Το ξέρω ότι το καλάθι της νοικοκυράς ολοένα ακριβαίνει. Όμως σήμερα παραλίγο να στοιχίσει τόσο, ώστε να μην ξεπληρώνεται. Ήμουν στην Γκύζη και Αλεξάνδρας και περίμενα στο φανάρι. Με το ποδήλατο, δεξιά. Ανοίγει το φανάρι. Φεύγω, κατηφόρα, μέτρια ταχύτητα, ίσια, να κατεβώ την Ιπποκράτους.
Την βλέπω! Τη γραία την ανόητη. Με το που ανάβει το πράσινο για τ΄αυτοκίνητα, εκείνη επιλέγει να διασχίσει με το καρότσι το συρμάτινο της λαϊκής την Ιπποκράτους, στην αρχή της, από αριστερά προς τα δεξιά. Είναι δύσκολη αυτή η διάβαση, το ξέρω, πρέπει να περιμένεις πότε θα περάσεις, γιατί μόλις κόψει το ρεύμα της Γκύζη στρίβουν από την Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Να περιμένει. Να πει στον μανάβη εκεί να την βοηθήσει. Να κάνει κύκλο. Όχι να περάσει αμέσως με το που πέφτει η καρμανιόλα!
Περνάνε μπροστά της δυο αυτοκίνητα, ατάραχη συνεχίζει, ευτυχώς το καρότσι ελαφρύ, μια σακουλίτσα είχε μέσα. Δυο αυτοκίνητα αριστερά μου κόβουν και σταματάνε, με κίνδυνο καραμπόλας, μην τη λιώσουν. Χάος πίσω. Κόβω και γώ, διότι πιο μπροστά στα δεξιά, λίγο πιο πάνω απ΄τη στροφή, στην λεωφορειολωρίδα, είχε σταθμευμένο. Αριστερά τ΄αυτοκίνητα, πιο πάνω δεξιά το σταθμευμένο, μπροστά η γριά! Έχω κόψει, σχεδόν σταματήσει, και την ώρα που είναι να περάσει από μπροστά μου, έχω σταματήσει. Επειδή ήταν στροφή και διάβαση, ούτε να πιάσω πεζοδρόμιο δεξιά γινόταν.
Ισορροπώ ακίνητη, ισορροπώ, λόγω κίνησης δεν έκοψα απότομα να κατεβώ, περνάει σιγά σιγά, και μπλέκει ελαφρά στην μπροστινή ρόδα το καρότσι! Ισορροπώ, παλατζάρω και...πέφτω... Φυυυύγε, της φωνάζω, ν΄ανεβεί στο πεζοδρόμιο, γιατί ήταν πια παράλληλα σ΄εμένα, και τραβούσε το καρότσι, παρά τρίχα πέφτοντας δεξιά, να πέσω πάνω της!!
Ανεβαίνει στο πεζοδρόμιο. Ανεβάζει το καταραμένο καρότσι. Βγαίνουν ο μανάβης, ο χασάπης, ο κουρέας, η κοπέλες τους φωτοτυπικού, του καταστήματος με τις τσάντες, ο κινέζος με τα ρούχα. Σκατά. Σηκώνομαι, μαύρα χέρια, μαύρα πόδια. Της λέω: "Μην ξαναπεράσετε με κόκκινο!! (Της δείχνω το ρεύμα Γκύζη). Γιατί περάσατε με κόκκινο;! Θα σας έλιωναν τ΄αυτοκίνητα!" Και τί μού λέει: " Μα δεν έβλεπες τ΄αυτοκίνητο (το σταθμευμένο), πού πας, θα πήγαινες να πέσεις πίσω του;" Γουρλώνω τα μάτια: "Τί λέτε; Σταμάτησα με κίνδυνο, για να μην πέσω πάνω σας! Ευτυχώς που δεν πήγαμε μαζί κι άλλοι πόσοι στο ΚΑΤ".
Το σταθμευμένο απείχε, απλώς μού έκλεινε τη λωρίδα. Και τώρα πού το σκέφτομαι, αντί η γριά-δημόσιος κίνδυνος να περάσει τουλάχιστον ευθεία τον δρόμο, πήγε με κλίση για να συνεχίσει κάτω προς Αλεξάνδρας, αντί απλώς να περάσει από μπροστά μου, που περίμενα ... πείσμα!
Η αλήθεια είναι πως ήξερε ότι έχει λερωμένη της φωλιά της. Κι έτσι έφυγε γρήγορα γρήγορα. Σχεδόν τρέχοντας! Δεν ήταν ανήμπορη! Ξεροκέφαλη, ναι. Μπορεί να λέει ότι πήγε να τη σκοτώσει ένα ποδήλατο. Αλλά η ψυχούλα της το ξέρει...
Ανεβαίνω στο πεζοδρόμιο, συμμαζεύομαι. Χτύπησα το δεξί γόνατο τρανταχτά, έγδαρα δεξί αγκώνα και αριστερή παλάμη. Φτηνά την γλιτώσαμε όλοι. Και προσέχω πάντα τόσο πολύ στη στροφή αυτή. Όμως άλλη φορά θα φροντίζω να περνώ απ΄ τη διάβαση πεζή.
Πήγα βρήκα μια καφετέρια, πλένομαι, βάζω πάγο και πίνω καφέ και νερό να συνέλθω. Η φίλη Garfield παρατήρησε, ότι πρέπει από δω και μπρος τα καροτσάκια να βάλουν πινακίδες!