Είτε επειδή οι αρχαίοι τραγικοί δεν ήθελαν να χάσουν το μέτρο, είτε επειδή όσο και να το κάνεις, πάντα θα βρίσκονται παραλειπόμενα, πρέπει εμείς οι σύγχρονοι να συμπληρώσουμε τα κενά. Οφείλουμε λοιπόν να πούμε, ότι ο Οιδίπους επί Κολωνώ είχε μάθει δυνατό τάβλι τυφλό σύστημα και κρατούσε καλά τα σκήπτρα στο καφενείο ως συνταξιούχος τύραννος, κι οι μέρες κυλούσαν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, με τις συνηθισμένες λογομαχίες για το τι θα έκανε ο καθένας αν γινόταν πρωθυπουργός για μια μέρα, ή ίσως και για κάνα χρόνο, ωσότου το παιδί που τον οδηγούσε, εξαφανίστηκε εδώ και μια βδομάδα, πράγμα που του προξενούσε εκνευρισμό, όχι τόσο γιατί είχε το νεαρό ανάγκη, τον είχε μάθει δα το δρόμο, όσο από γεροντικό πείσμα, τι κάνει δηλαδή το κωλόπαιδο.
Έπειτα η τηλεόραση όλο για φασαρίες έλεγε, κι ο γέρος όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχθεί, ανησυχούσε πως ο μικρός θα ΄χε μπλέξει άσχημα. Τέτοιο κακό, τέτοια φαγωμάρα, ούτε τα παιδιά του στη Θήβα, καλά που έφυγε. Και τώρα ν΄ακούει τα χειρότερα, στην Αθήνα, που ήρθε νομίζοντας πως θα βρει λίγη ησυχία πια. Αλλά να, καθότι πάντοτε τον έδερνε μια ειλικρίνεια, χτυπώντας χάντρα χάντρα το κομπολόι του, μουρμούραγε μονάχος του, μήπως δεν έκανα και γω τα ίδια, τι το ΄θελα να φύγω απ΄το βουνό; Καλά δεν ήμουνα με τον τσοπάνο; Μου το΄χε πει, πως σαν θα πέθαινε, παιδιά δεν είχε, δικό μου το μαντρί, κι ό,τι ήθελα θα το΄χα, να περνάω ζωή χαρισάμενη στον καθαρό αέρα.
Μα εγώ αγύριστο κεφάλι, κάτι μ΄έτρωγε, κι ένα ξημέρωμα έβαλα την προβιά και τα τσουράπια και πήρα δρόμους, κακή μου ώρα! Να ΄μαι λοιπόν τυφλός κι ανάποδος, κι αφού του στραβού το δίκιο πρέπει να λέγεται, καλά μου τα ΄ψελνε ο δόλιος ο μάντης να με προλάβει, αλλά πού! Μόνο στα τελευταία τα ΄μαθα και του τα λέω του μικρού, να προσέχει, να μελετάει, να προκόψει, του κεφαλιού του όμως εκείνος, κάνε Αθηνά μου να γυρίσει σώος, θα του μετρήσω τα κόκκαλα με τη μαγκούρα, μα τον Δία!