
Ένα τυπικό βραζιλιάνικο πιάτο μοιάζει με την ίδια την Βραζιλία. Το συνειδητοποίησα μόλις χθες το μεσημέρι, αργώ αλλά μαθαίνω, παρατηρώντας το πιάτο μου στο εστιατόριο Aropemba, ενόσω περίμενα το μάστορα να φέρει τον χυμό μαμάου, λυσσασμένη της δίψας στην πίσω αυλή, γιατί μετά από 15 συναπτές ώρες καταιγίδας η θερμοκρασία είχε ανεβεί 15 βαθμούς καρφωτά, το χώμα ανέδιδε ατμούς και γω ένοιωθα σαν το αρνάκι που σιγόβραζε στη σάλτσα μες τη γάστρα.
Ένα τυπικό βραζιλιάνικο εστιατόριο είναι η ίδια η Βραζιλία. Στο μεσημεριανό διάλειμμα καταφθάνει κόσμος όλων των επαγγελμάτων, των ηλικιών, των χρωμάτων με κοινό παρανομαστή την ασυγκράτητη επιθυμία για comida tipica nordestina, ήτοι βορειοβραζιλιάνικη κουζίνα. Η περιοχή έχει πράγματι ένα σωρό συνεργεία κι άλλα τόσα εστιατόρια. Το συγκεκριμένο, που προτιμώ, έχει έναν μάγειρα μπαϊάνου, ο οποίος κάθε μέρα φτιάχνει και μια σπεσιαλιτέ, για παράδειγμα τις Πέμπτες ετοιμάζει μπουσέτας, εντόσθια ψιλοκομμένα μέσα σε πουγκάκια χοιρινού δέρματος ψημένα στο φούρνο.
Όταν βέβαια θέλω να πάω εκεί για φαγητό δεν πρέπει να καθυστερήσω, διότι θα έχουν κάνει έφοδο οι νταρντάνες εξεκιουτίβες και δεν θα έχει μείνει φύλλο σαλάτας και σπόρος φρούτου, τί δηλαδή μόνο αυτές θα κάνουν υγιεινή δίαιτα, να μην κάνω και γω; Πράγμα που θέλει την τέχνη του, το πιάτο να μοιάζει με τη ζούγκλα του Αμαζονίου, όπου μέσα στην πυκνή βλάστηση κρύβεται μια ποικιλόμορφη πανίδα.


Το εθνικό φαγητό που δεν λείπει από κανένα μενού είναι τα φασόλια με ρύζι, κι ο βραζιλιάνος τρέμει να ταξιδέψει στο εξωτερικό και τυχόν δεν βρει φασολάδα! Ο τρόπος είναι ο εξής, βάζουμε ένα βουνό ρύζι, λευκό, μαύρο ή κίτρινο, αποπάνω τα φασόλια, κόκκινα ή μαύρα και αν θέλουμε να είναι completo, διάφορα κρεατικά και αλλαντικά και τραγανιστό χοιρινό λίπος. Τοποθετούμε και μερικά φυτίλια θανατερής κόκκινης πιπεριάς και έτοιμη η βόμβα!
Κρατούσα λοιπόν την κουτάλα γεμάτη λευκό ρύζι, για να ετοιμάσω την βάση των εκρηκτικών, γύρω γύρω είχα ήδη καλύψει τα χαρακώματα, τηγανιτές μπανάνες με κανέλλα, μαντιόκα φουρνιστή, γλυκοπατάτες, μανιτάρια πανέ και σουσού ανάμικτο με καρότα, όταν ήρθε ένας τύπος μπροστά μου ντυμένος με άσπρο παντελόνι και πουκάμισο, ζώνη και παπούτσια όλα λευκά, από το ρύζι βγήκε; Και τί μου λέει; Δύο πουλιά πετούμενα πετάνε στον αέρα! Έμεινα με την κουτάλα στον αέρα. Παρδόν; λέω. Αντρέ, απαντάει. Μπορώ να σε βοηθήσω! Coco, του λέω, πραζέρ!
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ανάμεσα η μύτη του μάστορα: Χυμό μάνγκα ή μαμάου; Διότι την πρώτη φορά είχα πάρει μάνγκα και το δέσανε κόμπο, το θυμούνται στην αιωνιότητα. Μαμάου! Και τίν΄αυτά τα πουλιά τα πετούμενα; Ξανά η μύτη του μάστορα: Ζάχαρη, παγάκια ή σκέτο; Natural! απαντάω. Ο Αντρέ εν λευκώ έδειξε την μπλούζα μου. Κοιτάω, είχε απάνω δύο πουλιά και έγραφε "καλύτερα δυο πουλιά πετούμενα στον αέρα παρά ένα στο κλουβί"! Πιάσε ένα μαμάου νατσουράου! ούρλιαξε ο μάστορας προς τα μέσα.


Εναλλακτικά πηγαίνω στο Bom Τempero, εκεί έχει και ψητά σούβλας, μόνο που του ψήστη τού ΄χει σφηνωθεί, ότι είμαι από την Βολιβία, και δεν του το βγάζεις ούτε με το σουβλί ούτε με την πηρούνα. Βολιβιάνα είσαι; με ρώτησε κόβοντας στο πιάτο μου φέτες μοσχάρι. Όχι, από την Ελλάδα! Ααα, γυρίζει στους άλλους, το άλλο με τον Τοτό το ξέρετε, σκάνε στα γέλια, άκου Ελλάδα, τί άλλο; Μπουτάκια; Καρδούλες, του λέω. Ααα, κορασαουνζίνιας, ασ΄τ΄αστεία, βολιβιάνα είσαι, certo!

Υστερόγαμον: Στις εικόνες σχετικά σεμνά πιάτα, μαμάου μωρά στο δέντρο και η εξέλιξη ως τον χυμό, επίσης διάφορα γλυκά κουταλιού και το ποδήλατο στο δρόμο προς το ...συνεργείο!