Άκουσα το απόγευμα στο ραδιοφωνάκι μου με τ΄ακουστικά την συγκλονιστική φωνή του Μάνου Κατράκη σε μια απαγγελία. Το πρόσωπο του Κατράκη μου ΄φερνε πάντα σε κάτι μεταξύ Ελ Γκρέκο και Δον Κιχώτη. Αλλά τότε που τον είχα συναντήσει, ήταν Προμηθέας κι εγώ μια σουσουράδα, που του έτρωγε το συκώτι. Ήμουν δεν ήμουνα τεσσάρων, ξέρω γω, και πάνω στο πλοίο της γραμμής όλος ο θίασος πήγαινε στην Κέρκυρα ν΄ανεβάσει Δεσμώτη. Ο πατέρας μου ήταν οδηγός στο πούλμαν τότε, νομίζω και στα φώτα. Απ΄όλο εκείνο το ταξίδι μόνο ο Κατράκης μού΄χει μείνει στη μνήμη, ένα δυο στιγμιότυπα, όλα τ΄άλλα κουνημένα.
Σ΄ένα πλαϊνό κατάστρωμα καθιστός και πάνω στα μακριά του πόδια εγώ, κι εκείνος να γελάει καθώς μου κολλούσε στο μέτωπο ένα κοίλο πλαστικό καπάκι πορτοκαλάδας, το οποίο έβγαινε μετά μ΄ένα φλοπ! Έπειτα εγώ τρέχω γύρω γύρω στο καράβι κι εκείνος από πίσω στα τέσσερα και με ξετρυπώνει. Από μέσα του φωνάζουν, έλα Μάνο, θα κουραστείς, άσε τα παιχνίδια! Και σε μένα, άσε το Μάνο, βρε πιλάτο! Αλλά εκείνος μ΄έλεγε σουσουράδα και με κυνηγούσε μέχρι να σκάσουμε απ΄τα γέλια.
Στην τραγωδία ήταν λέει δεμένος πάνω σ΄ένα βράχο και έβγαζε φωνές και κατάρες. Ρωτάω, τι κάνει εκεί πάνω ο Μάνος; Γιατί δε φεύγει; Να, είναι ο Προμηθέας, κι έκλεψε τη φωτιά απ΄το Δία, τώρα πρέπει να τιμωρηθεί σαν επαναστάτης και να του τρώει το σηκώτι ο γύπας! Αλλά τότε εκείνος εκεί είναι ένας άλλος, δεν είναι ο Μάνος! Αποκλείεται να κάθεται δεμένος!
Τότε έμαθα ότι υπάρχει και συνέχεια, που λύνεται, αλλά έχει χαθεί. Δεν ήταν σωστό! Θύμωσα.