ΣΚΟΤΣΕΖΙΚΟ

Έβαλα αναζήτηση να βρω το μπλογκ μου.  Τα δύο πρώτα αποτελέσματα ήταν για βελούδινες σκιές ματιών κι ένα άγνωστό μου σάιτ με ελληνικά ιστολόγια, το οποίο μάλλον ειδικεύεται σε παγκοσμίως άγνωστους ιστολόγους κι έτσι κατόρθωσα να με βρω. 

Ώστε κοίταξα τις στατιστικές του μπλόγκερ. Ο πιο πρόσφατος επισκέπτης έψαχνε για "ανοιχτές τσίγκινες δεξαμενές".  Λυπάμαι, αγαπητέ βροχοσυλλέκτη.  Πέσατε σε μια θινκ πανκ. 




          Το φρικιό της Φαιστού.  Κι αν βγάλετε νόημα, είπε,  να μού τρυπήσετε τη μύτη.

















 






Λοιπόν, εμένα τώρα μ΄έχει πιάσει η άνοιξη. Αυτό δεν είναι σωστό. Σωστό είναι να με πιάνουν τα μέτρα και η εφορία στον απαντίποδα, μάλιστα να με πιάνουν ανάποδα και να με τινάζουν γερά γερά σαν χαλάκι, μην ξεφύγει κανα τρύπιο σεντάβο και χρεωκοπήσει ο ανθυπολογισμός, αλλά η άνοιξη, ποια άνοιξη δηλαδή, δεν γίνεται, έχουμε εποχή της ξηρασίας, ένα ινδιάνικο καλοκαίρι, που σημαίνει, ψόφο πρωί και βράδυ, κάψα το μεσημέρι, λιποθυμία τ΄απομεσήμερο και εμβόλια κατά της γρίπης για τον ευπαθή πληθυσμό. 

Σωστό ή όχι, ξυπνάω ένα πρωί και είχα φουντώσει. Το έδειχνε ο καθρέφτης καθαρά. Είχα φάτσα φράουλας. Μού πήρε κάμποσο να θυμηθώ, ότι στο άλλο ημισφαίριο, το αποκείθε, το μεσογειακό, μόλις ερχόταν η άνοιξη, έρχονταν τα λουλούδια, έπρεπε να κάνω μπάνιο με κρύο νερό, να μη φουντώνω. Όχι μόνο είχα κάνει ντους με χλιαρό νερό αλλά είχα τρίψει και τα μούτρα μου με λούφα για βαθύ καθαρισμό τάχα. Δεν άφηνα τη μισή Γκοϊάς απάνω καλύτερα και άλογα να οργώνουν.








Αρχικά ακολούθησα την ομοιοπαθητική μέθοδο. Πήγα στην κρεπερί "Κρέπ ω σοκολά" και παρήγγειλα μια κρέπα φραμπουάζ και ζήτησα επιπλέον σοκολάτα ημίπικρη. Μα έχει ήδη μέσα, μου λέει ο σερβιτόρος. Θέλω κι άλλη!  Με κοίταξε με κατανόηση.  Κι ένα γκουαρανά μηδέν με πάγο και λεμόνι! Με κοίταξε με βαθιά κατανόηση. Μετά συζητήσαμε, αν το σιρόπι σοκολάτας, ήθελα κι απ΄ αυτό, θα έμπαινε στο πλάι, αποπάνω ή σε πιατάκι ξεχωριστά. Από πάνω φυσικά, πέρα δώθε και γύρω γύρω, σαν τον κόμβο με τη γέφυρα δω πιο κάτω.  Με κοίταξε με αμέριστη κατανόηση. 

 Στη συνέχεια εφάρμοσα τη σκοτσέζικη μέθοδο. Έκανα ζεστό ντους και μετά το γύρισα στο παγωμένο. Τότε ακούστηκε ένα μπαφ και βραχυκύκλωσε το σπίτι. Όλα κάτω και ο υπολογιστής, πάνω που διάβαζα κάτι σχετικό με το "δόγμα του σοκ".  Προειδοποίησα τον σύντζικου, που είχε ανεβάσει τον γενικό στο ισόγειο, να μην πειράξει τον διακόπτη του ντους στον πίνακα του διαμερίσματος. Όμως τον έτρωγε το δάχτυλό του. Αν και ψωμωμένος, τινάχτηκε όλος πίσω με την πλάτη στη ντουλάπα της κουζίνας, κι έκανε υπόκωφο μπαφ, αλλά επέζησε, ώστε να θαυμάζει πηγαίνοντας στο διάδρομο, το υψωμένο του δάχτυλο σαν αξιοπερίεργο, άι, κααα- ράμπα... καράμπα!









Έπειτα από αυτά ακολουθώ τη σκοτσέζικη μέθοδο για προχωρημένους, δηλαδή παγωμένο σκέτο κι ο διακόπτης κάτω. Χρειάζομαι ηλεκτρολόγο και καινούργιο ντους-ταχυθερμαντήρα αλλά το φούντωμα εξαφανίστηκε στις δυόμισι κρυολουσίες και τώρα θα την περιαρπάξω αυτήν την άνοιξη.


ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ

Βλέπετε μια τρύπα μπροστά σας. Λάκκο, μνήμα, χαβούζα. Τί κάνετε; Απλό. Πάτε και πέφτετε μέσα. Στα ίσια. Δισταγμοί, υπεκφυγές, τάχα μου και γύρω, γεια σας, τί κάνετε, να το συζητήσουμε, παρντόν, να τηλεφωνήσω στο Δουνουτού, όχι, ή είμαστε ευθείς ή όχι δηλαδή. Μέσα, μπρος.

Να περιγράψω την τρύπα.  Είναι μια τρύπα έτσι πολύ Μάης. Η βροχή έχει σπάσει το παβέ της πλατείας, κι από κάτω, η παραλία, με τα χαλίκια της και την άμμο της και τα όλα της. Ο ήλιος λάμπει κι εγώ πάω στην παραλία. Πέφτω, που λέμε, να δροσιστώ. Πετάω στον αέρα θεαματικά και βουτάω.

Έρχονται δυο νέοι ωραίοι και με ξεσφηνώνουν από το κάδρο. Μώλωπας στο σαγόνι. Εντάξει, σώα.  Πιρούνια, ρόδες, χαλβάς με σιρόπι.  Πιάνει μπόρα. Πάω στην πιάτσα απέναντι, βρίσκεται κατάλληλο ταξί,  φορτώνουμε το ποδήλατο, ευγενέστατος ο οδηγός, γυρίζω σπίτι γκραν νταμ.

...

Με παίρνουν τηλέφωνο από την εταιρεία τηλεφωνίας.  Προτείνουν ένα πακέτο. Δείχνω κάποιο ενδιαφέρον γιατί  έχει πέσει η ταχύτητα του ίντερνετ δραματικά.  Υποψιάζομαι βάσιμα, ότι με κόβει η τηλεόραση του καινούργιου γείτονα. Η κοπέλα λέει, ότι η ταχύτητα του ίντερνετ στο συγκεκριμένο πακέτο θα είναι η ίδια, όμως, η σινιόρα, δηλαδή εγώ, θα μπορεί να επιλέγει ανάμεσα σ΄αυτά κι αυτά τα δορυφορικά κανάλια και να βλέπει γυαλί τις σαπουνόπερες και το ποδόσφαιρο.

 - Τεβέ; Α, δεν έχω τεβέ...
-  Με το πλάνου αυτό θα έχετε και τεβέ, τα τάδε κανάλια...
-  Ξέρετε, δεν έχω καν συσκευή. 
-  Δεν έχετε συσκευή... δηλαδή εννοείτε...συσκευή... δεν έχετε συσκευή...
-  Τί να την κάνω; Δεν την χρειάζομαι και δεν θα ήθελα να έχω.  Μ΄ενδιαφέρει η σύνδεση του ίντερνετ. 
- Δεν θα θέλατε να έχετε!  Μα για-ΤΙ;!     Αν επιτρέπετε, η σινιόρα είναι ευαγγελική;
-  Χαχα, όχι, την βαριέμαι. Και τους ευαγγελικούς, εδώ που τα λέμε.
-  ...  (σοκ)
                                
...


 Παραμονές καρναβαλιού και Πέμπτη απογευματάκι πηγαίνω για δεύτερη φορά στο ποδηλατάδικο να δω τί γίνεται.  Τίποτα δεν έχει γίνει αλλά βρίσκεται ένα πιρούνι, το αφεντικό λέει στον μικρό να κάνει τη δουλειά, και το πιρούνι τροχίζεται να έρθει στα μέτρα, που χάνονται δύο φορές, γιατί ένας μισομεθυσμένος έχει πλακώσει τον μικρό στο ξύλο, τον τραβάει πάνω και τον πετάει στο πεζοδρόμιο, τον ξαναχώνει στο υπόγειο γκρεμοτσακιδόν στα σκαλιά και προσπαθεί να τον πνίξει με το καλώδιο του φρένου του ποδηλάτου μου μέσα στις σπίθες και τα ρινίσματα του δράπανου και του τροχού.

Ο μικρός είναι παντρεμένος και ο άλλος ο μπουνταλάς δεν εννοούσε να πιστέψει παρόλες τις ενδείξεις ότι θα τον ξυρίσουν κι αυτόν σύντομα, τραβάτε με κι ας κλαίω και ξεσπάει στον μικρό, που έκανε τη διάγνωση.   Εγώ κολλημένη πάνω του συγκρατούσα απελπισμένα τον ξεροκεφάλα ν΄ αφήσει τον μικρό να φτιάξει το ποδήλατό μου. Το μισό τουλάχιστον, το υπόλοιπο ευελπιστούσα, ότι θα το συνεφέρω μόνη μου.


...



Για τα καρναβάλια.  Έμεινα μέσα στο σπίτι να προσέχω την Κοκό.  Μού΄κοψε την ψυχή.  Ανακαλύπτω την Παρασκευή, ότι κούτσαινε το πίσω αριστερό πόδι.  Έπεφτε, δεν μπορούσε να σταθεί, τέτοια.  Ευτυχώς δεν είχε σπάσει κάτι αλλά προφανώς έπαθε αρκετά σοβαρή θλάση πηδώντας απρόσεκτα από το κρεβάτι μέσα από το παραθυράκι του ψευδότοιχου και γλιστρώντας κατευθείαν πάνω στην περιστρεφόμενη πλατφόρμα, όπου υποτίθεται ότι έπρεπε να βρίσκεται η ... η... τηλεόραση!  Πρέπει να συνέβη την ώρα που κοιμόμουν και μετά μαζεύτηκε στο μαξιλάρι της κάτω και δεν έδειχνε κάτι. Συνήθως πατάει πρώτα στο περβάζι αλλά τώρα δεν πρόσεξε.  'Ετσι η Κοκό τέθηκε εκτός αγωνιστικής για 21 μέρες τουλάχιστον.  Την πλατφόρμα την ξεβίδωσα και συγκρατήθηκα να μην την πετάξω από το παράθυρο.


...


 Μια βδομάδα μετά πηγαίνω στο ποδηλατάδικο.  Έχω αφήσει εδώ και κάτι μήνες ένα παλιό ποδήλατο λυμένο που το είχα πάρει φτηνά για τα εδώ δεδομένα από έναν αργεντίνο, τον Ουγκό. Το είχα λύσει, κομμάτι κομμάτι, έγλυψα, έτριψα, καθρέφτισα, και το πήγα στo ποδηλατάδικο, γιατί δεν μπορούσα με τίποτα να βγάλω την μεσαία τριβή.  Τί πετρέλαια, τί ζόρια, τίποτα. Κατάλαβα ότι ήθελε δυο μέτρα κλειδί και να χορεύουν πάνω δυο μαύροι σάμπα, μήπως λυθεί.  Σαμπίστες έβρισκα, αλλά κλειδί μεγάλο δεν είχα.

Πάω λοιπόν στον Λεάντρου:
-  Σού έχω μια λίστα! 
- Λίστα;
- Αυτά που λείπουν. Εδώ γραμμένα.
- Αααα!  Εσύ την έγραψες;  Πορτογαλικά; Λεβιεδομανέτες, πιρούνι, τούτα κείνα...
- Ναι, τί νόμισες; Σκέφτηκα λεπτομερώς!  Και τα έγραψα. Από δω και μπρος θα συννενοούμαστε με αλληλογραφία.  Να σού γράφω για να με γράφεις.
- Άι, άι! (μουρ μουρ μουρ)
- Τώρα δεν καταλαβαίνω.
- (μουρ μουρ μουρ)
- Γιατί δεν καταλαβαίνω;
- (μουρ...)
- Θες να πεις... αυτό που καταλαβαίνω;
- (μούδιασμα)
- Άι, άι, άι!
- Μια σακκούλα ήταν! Με εφημερίδες μέσα τυλιγμένα!
- Μια σακκούλα... ναι... εκεί την είχες αφήσει.
- Τώρα είναι κάτω! Θα ψάχνω ένα μήνα. Θαν την βρω.
- Μχ... μχ...
- Είναι κανένα ποδήλατο έξω που κόβει βόλτες με τα αλουμίνουμ;
- Ε, όχι, όχι...
- Πέρασε κανένα βαν και πήρε σκραπ από την αποθήκη; Ο ρακοσυλλέκτης; Το σκουπιδοφόρο;
- Μα, όχι, όχι!
- Δεν μπερδεύονται αυτά, φαίνονται ποιανού ποδηλάτου είναι.
- Είναι εσπεσιάλ!
- Φυσικά. Κανόνισε. Είναι και ο πίσω τροχός κι ένα λάστιχο καινούργιο.
- Σιδερένιος; Τί να τον κάνεις;
- Εγώ ήθελα να τον αλλάξω, εσύ ήθελες να τον κρατήσουμε! Πού τον πήγες τώρα;
- Σού έδινα ιδέες!
- Αααααα! Και το λάστιχο;
- Μχ, μχ... του Μονάρκι;
- Ποιο Μονάρκι, δεν είχα ποτέ. Βουνίσιο, όχι πόλης λάστιχο.
- Δεν είχες ένα Μονάρκι;
- Τη Σκουπιδιάρα λες;!!  Εκείνη της είχες αλλάξει λάστιχο. Αλλά ήταν 27άρι, όχι 26 με "καβουράκια".
- Λοιπόν ως την Παρασκευή...
- Θα τα βρεις! Δεν νομίζω να βρίσκονται σε κανένα Σομπραντζίνιου, σε καμιά Σαμαμπάϊα;
- Όχι, μωρέ, κάτω είναι.
- Θα βρεθούν!
- Ως την Παρασκευή!
- Ta bom!


Ο ΠΙΑΝΙΣΤΑΣ ΣΤΗ ΣΤΕΓΗ

 Τα σημεία μιας αλλοίωσης. 

Δίεση .       Τύχη αγαθή και κακούργα, συνήθισα καλά καλά στο πιάνο δωματίου και τώρα δεν μπορώ να ζήσω. Με τα Νυχτερινά κοιμόμουν με τις Μπαχιάνας ξυπνούσα, και τώρα έφυγε ο πιανίστας από το πάνω πάτωμα και στη θέση του ήρθε - παύση, δεν, δεν, δεν αντέχω να το γράψω, ήρθε, παραλύω, μια τηλεόραση

Αν δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ αυτός ο πιανίστας, αν είχα μείνει στην άμουση μαυρίλα μου, θα συνέχιζα να καταπίνω τις ακουστικές μου κονσέρβες αμάσητες και δεν θα μ΄ενοχλούσε τόσο ούτε η τηλεόραση ούτε οι κακόφωνοι χαρισματικοί ούτε η  τριμεγαφωνική αναμετάδοση φριχτής καουμπόικης ποπ από το κολέγιο δίπλα.


Ύφεση.      Έχω γίνει μια καταραμένη ψυχή που ηδονίζεται διεστραμμένα στο γύρισμα μιας μπετονιέρας παρά ενός σιντί, που προτιμά με δαιμονική χαρά το βουητό του αυτοκινητόδρομου από τον ψηφιακό βομβοψίθυρο, τα ουρλιαχτά των οπαδών του ποδοσφαίρου στη μπυραρία από την ηλεκτρική μουσική.

Έχω πάθει ηχητική κατάθλιψη.  Έως μανιοκατάθλιψη στη σκέψη και μόνο της πρόσκαιρης και μερικής ανακούφισης με την παρακολούθηση συναυλιών και σχημάτων unpluged μουσικής.  Πρωτύτερα χαιρόμουν, όταν τύχαινε να ακούσω ακόμα και ταξιτζή που γρατζούνιζε μια κιθάρα στην πιάτσα. Τώρα να με πληρώνεις δεν θα πήγαινα στην Όπερα του Μπουένος Άιρες.   Γιατί μετά την επήρεια της κάθε δόσης μορφίνης ο ανίατος αυτός ψυχακουστικός πόνος θα επανέρχεται εντονότερος και όλο θα χρειάζομαι όλο και ισχυρότερη δόση, ώσπου να κοκκαλώσω δηλητηριασμένη κι ανικανοποίητη.

Αναίρεση.        Τύχη κακούργα και αγαθή.  Λίγο καιρό αφού έφυγε ο πιανίστας από το πάνω πάτωμα, επανήλθαν οι βροχές.  Τρομεροί συμφωνικοί χείμαρροι κατέκλυσαν τον αχό της μνήμης του πιάνου, τον διέλυσαν με τα τύμπανα και τα τρομπόνια σε παλιόξυλα ξεβρασμένα και τον εξαφάνισαν μέσα στην παχιά λάσπη των όμποε, τον αναζήτησαν χωρίς αποτέλεσμα με επίμονα βιολιά, κι όλα υποχώρησαν τελικά στη χάρη ενός πίφερου, που τίναξε τα φτερά του και έβγαλε ένα μι κι ένα ντο, μια υπόσχεση, μια πιο, μια πιο.