FERRARI

Εχθές ανέβηκα τη Σκουφά με το ποδήλατο και λίγο πριν την πλατεία σταμάτησα να χαζέψω λίγο και να πιω και κανένα δροσιστικό. Κοιτάξτε λοιπόν πού το έδεσα! Για να βγάλω τη φωτογραφία με το κινητό κρύφτηκα πίσω από τα φύλλα ενός δέντρου, διότι απέναντι ήταν ένας που εκτελούσε χρέη παρκαδόρου και αγριοκοίταζε. Αργότερα που γύρισα, τη θέση της φερράρι είχε πάρει ένα κουβαδάκι.
Τώρα που η Αθήνα είναι άδεια, χαίρομαι ποδήλατο. Πηγαίνω από τη μια άκρη της πόλης στην άλλη σε χρόνο dt! Κι άμα κάθομαι για καφέ, κοιτούν το ποδήλατο, όπως θα κοιτούσαν μια φερράρι! (Πάει, την ψώνισα!)

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ


Συνεχίζοντας ακάθεκτα το καλοκαιρινό διάβασμα χωρίς να υπολογίζω την λίστα βιβλίων του Μπάκιγχαμ, όπως κάνει η βασίλισσα της Βρεττανίας every summer, άρχισα να ροκανίζω την στίβα των βιβλίων που μού δάνεισε η Sulpice, και διάβασα κατά σειρά εμφανίσεως το Αχ, αυτές οι βασίλισσες! του Χρήστου Ναούμ και το Παλιά, πολύ παλιά, του Πέτρου Μάρκαρη.

Οι βασίλισσσες διαβάζονται άνετα, έχουν χιούμορ μπλεγμένο με τραγικές καταστάσεις και ευφάνταστα περιστατικά, μόνο που με κούρασαν κάποιες επαναλήψεις στην ανάλυση της ψυχοσύνθεσης των ηρώων. Αλλά είχα την αίσθηση σαν να τους είχα γνωρίσει προσωπικά, καθέναν με το πάθος του, και θα ήθελα να δω αυτό το βιβλίο σε σίριαλ ή ταινία.

Για ταινία προσφέρεται και το αστυνομικό του Μάρκαρη, που εκτυλίσσεται στην Πόλη. Όμως για να γυριστεί ταινία, θ΄ανοίξουν διμερή και διεθνή ζητήματα... Ο Χαρίτος κι ένας Τούρκος αστυνομικός στα ίχνη μιας γριάς από τον Πόντο, που αποφασίζει να ξεκαθαρίσει παλιούς λογαριασμούς προσφέροντας εκπληκτική χειροποίητη τυρόπιτα, με την οποία στέλνει άλλους στον κήπο των απολαύσεων του Αλλάχ κι άλλους (με την προσθήκη στα υλικά παραθείου) στο πυρ το εξώτερον. Δεν λέω περισσότερα για να μην χαλάσω το σασπένς! Μού άνοιξε και η όρεξη πάλι να πάω στην Κωνσταντινούπολη... και να διαβάσω σχετικά.

Το τρίτο βιβλίο το άρχισα σήμερα κατά τις εφτά τ΄απόγευμα, πάνω που άστραφτε, μπουμπούνιζε κι ετοιμαζόταν για νεροποντή. Το ανοίγω και διαβάζω την πρώτη φράση: "Ένα υγρό αυγουστιάτικο απόγευμα...". Αμέσως μεταφέρθηκα στο Παρίσι, πλέον η υγρή ζέστη του δωματίου μου παρέπεμπε στην αίσθηση της ατμόσφαιρας του παρισινού μετρό μια βροχερή μέρα. Άναψα ένα τσιγάρο και διαπίστωσα, ότι λόγω της έντονης υγρασίας είχε διαφορετική γεύση. Διαβάζω λοιπόν την ιστορία της Δεσποινίδος Βικτορίν, γνωστής ως Ολυμπιά, στον πίνακα του Εντουάρ Μανέ, από την Debra Finerman.

Ο ΣΩΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΚΟΠΕΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΣΙΝΗ ΖΑΚΕΤΑ


Περίεργα μού συνέβησαν εκεί που κάθησα να πιω έναν καφέ... είχα μαζί και διάβαζα τη βιογραφία του Τσάτουιν. Κι όπως σηκώνω κάποια στιγμή τα μάτια μου και κοιτάω απέναντι, νάτος! Ο σωσίας του μακαρίτη; Ο δίδυμος αδελφός του, το στοιχειωμένο άλτερ έγκο του; Σίγουρα αυτό θα ενθουσίαζε τον ίδιο τον Τσάτουιν, που έγραψε μιαν ιστορία για διδύμους και που μιλούσε συχνά στη "σκιά" του. Ο νεαρός απέναντι, ξένος άραγε, έμοιαζε κατευθείαν από αγγλικό κολλέγιο, με άσπρο ριγέ πουκάμισο, καφέ παντελόνι τζιν, μαύρες κάλτσες και καφέ σκαρπίνια, ψηλός, αδύνατος, ξανθός, η μπροστινή φράντζα φερμένη προς τα πίσω, κάπως δυσκοίλιο ύφος, καθόταν στους μη καπνιστές, έπινε φραπέ και διάβαζε κάτι. Τον κοίταζα επίμονα, εντελώς αδιάκριτα και τον συνέκρινα με τις φωτογραφίες του βιβλίου. Μόνο τα μάτια διέφεραν, δεν ήταν γαλάζια αλλά καστανά. Σκεφτόμουν να τού πω να διορθώσει το πρόβλημα με φακούς επαφής στην μελλοντική ταινία, όπου θα ενσαρκώσει τον Τσάτουιν! Έπρεπε να τού μιλήσω, προβάριζα έφοδο με το βιβλίο ανά χείρας, εκσιούζ μι, δεν είμαι μουρλή, είστε ολόιδιος!

Ξαφνικά σηκώνεται βιαστικός (ήταν τελικά πολύ ψηλός), και κατευθύνεται προς το μπαρ, ίσως να ρωτήσει κάτι, τον χάνω από το ξεδιάντροπο οπτικό μου πεδίο, και πάνω που αναλογιζόμουν να τον συλλάβω, όπως θα έφευγε... τότε αντιλαμβάνομαι μια ξανθή κοπέλα παραδίπλα να θέλει κάτι να μού πει. Μάλλον να μού δώσει. Να, μού λέει, πάρτε το, γιατί δεν το θέλω...ε..εε.. αλλιώς θα το αφήσω εδώ! Σχεδόν μού πέταξε ένα βιβλιαράκι. Τί είναι; της λέω. Ε..ε.. τα ανάλεκτα.. αλλά δεν το θέλω... δεν... δεν... κοιτάξτε μέσα να καταλάβετε...

Κι είχε μιαν έκφραση απέραντης απέχθειας και φόβου, τόσο, που έπιασα και κοίταζα το βιβλίο, λες και περιείχε ενεργό άνθρακα...

Ήταν Τα γαστριμαργικά ανάλεκτα του κυρίου Schott.

H κοπέλα φόρεσε μια πράσινη ζακέτα. Μετά από λίγο έφυγε χωρίς να πει τίποτα. Ο σωσίας είχε εξαφανιστεί.